Αποσπάσματα από ομιλία μαθήτριας της ΣΤ' Τάξης Δημοτικού για τον εορτασμό του ΟΧΙ
Αθήνα 27 Οκτωβρίου 1970
Πώς έγινε και ένα πρωί αξημέρωτο, μία τόση δα λέξη ξύπνησε έναν λαό; ... ΟΧΙ βροντοφώναξε η Πρωτεύουσα και η Ελλάδα ολόκληρη. Και το ΟΧΙ αυτό το πήραν οι πολιτείες και τα χωριά, οι ρεματιές και τα βουνά, οι θάλασσες και οι στεριές της μικρής μας Πατρίδας, που για μια ακόμη φορά ξύπνησε ένδοξη και ηρωική. Την είχε γιγαντώσει το ΟΧΙ, που βγήκε από τα στήθη των παιδιών της.
Τα παιδιά της, γεωργοί, εργάτες, δάσκαλοι, γραμματισμένοι, αγράμματοι, τσοπάνηδες, έκαναν το ΟΧΙ τραγούδι, νίκη θρίαμβο. Όλα τα παιδιά της, κάρφωσαν το ΟΧΙ στη λόγχη, πυρπόλησαν με αυτό την καρδιά, γέμισαν με την οργή του την ψυχή, το φόρεσαν σαν ασπίδα και όρμησαν στη μάχη, στις μάχες τις νικηφόρες. ... Το ΟΧΙ αυτό, δεν το ακούσαμε, δεν το ζήσαμε εμείς οι μαθητές. Το βλέπουμε όμως να κυκλοφορεί ανάμεσά μας με δεκανίκια, με καροτσάκια. Είναι πολλές φορές χωρίς μάτια το ΟΧΙ αυτό και άλλοτε πάλι έχει κομμένα τα χέρια. ... (αφιερωμένο στον δάσκαλο Αρχοντή Κυρίτση, ανάπηρο του Αλβανικού μετώπου) Β.Δ.
Ένα ποίημα του Μπέρτολντ Μπρεχτ που γράφτηκε το 1939... Θα μπορούσε όμως κάλλιστα να είχε γραφτεί στις μέρες μας. Η διαχρονικότητα του περιεχομένου είναι συγκλονιστική…
Αυτοί που βρίσκονται ψηλά Θεωρούνε ταπεινό Να μιλάς για το φαΐ Ο λόγος; Έχουνε κι όλας φάει
Οι ταπεινοί αφήνουνε τον κόσμο Χωρίς να ’χουνε δοκιμάσει κρέας της προκοπής
Πώς ν’ αναρωτηθούν πού ’θε έρχονται Και πού πηγαίνουν Είναι τα όμορφα δειλινά τόσο αποκαμωμένοι Το βουνό και την πλατειά τη θάλασσα Δεν τά’χουν ακόμα δει Όταν σημαίνει η ώρα τους
Αν δεν νοιαστούν οι ταπεινοί Γι’αυτό που είναι ταπεινό Ποτέ δεν θα υψωθούν
Το ημερολόγιο Δεν δείχνει ακόμα την ημέρα Όλοι οι μήνες, όλες οι ημέρες Είναι ανοιχτές Κάποια απ’ αυτές θα σφραγιστεί Μ’ έναν σταυρό
Οι εργάτες φωνάζουν για ψωμί Οι έμποροι φωνάζουν γι’αγορές Οι άνεργοι πεινούσαν Τώρα πεινάνε κι όσοι εργάζονται
Αυτοί που αρπάνε το φαΐ απ’ το τραπέζι Κηρύχνουν τη λιτότητα Αυτοί που παίρνουν όλα τα δοσήματα Ζητάνε θυσίες Οι χορτάτοι μιλάνε στους πεινασμένους Για τις μεγάλες εποχές που θα’ρθουν Αυτοί που τη χώρα σέρνουνε στην άβυσσο Λες πως η τέχνη να κυβερνάς το λαό Είναι πολύ δύσκολη για τους ανθρώπους του λαού
Αυτοί που βρίσκονται ψηλά λένε Πόλεμος και ειρήνη Είναι δυο πράγματα ολότελα διαφορετικά Όμως η ειρήνη τους και ο πόλεμός τους Μοιάζουν όπως ο άνεμος κι η θύελλα Ο πόλεμος γεννιέται απ’ την ειρήνη τους καθώς ο γιος από την μάνα έχει τα δικά της απαίσια χαρακτηριστικά ο πόλεμός τους σκοτώνει ό,τι άφησε όρθιο η ειρήνη τους
Όταν αυτοί που είναι ψηλά Μιλάνε για ειρήνη Ο απλός λαός ξέρει Πως έρχεται ο πόλεμος Όταν αυτοί που είναι ψηλά Καταριούνται τον πόλεμο Διαταγές για επιστράτευση Έχουν υπογραφεί
Στον τοίχο με κιμωλία γραμμένο Θέλουνε πόλεμο Αυτός που το΄χε γράψει Έπεσε κι όλας
Αυτοί που βρίσκονται ψηλά λένε Να ο δρόμος για τη δόξα Αυτοί που είναι χαμηλά λένε Να ο δρόμος για το μνήμα
Τούτος ο πόλεμος που έρχεται Δεν είναι ο πρώτος Πριν απ’ αυτόν γίνανε κι άλλοι πόλεμοι Όταν ετέλειωσε ο τελευταίος Υπήρχαν νικητές και νικημένοι Στους νικημένους ο φτωχός λαός Πέθαινε απ’ την πείνα Στους νικητές ο φτωχός λαός Πέθαινε το ίδιο
Σαν θα’ρθει η ώρα της πορείας Πολλοί δεν ξέρουν Πως επικεφαλής βαδίζει ο εχθρός τους Η φωνή που διαταγές τους δίνει Είναι του εχθρού τους η φωνή Εκείνος που για τον εχθρό μιλάει Είναι ο ίδιος τους ο εχθρός
Νύχτα Τ’ανδρόγυνα ξαπλώνουν στο κρεβάτι τους Οι νέες γυναίκες θα γεννήσουν ορφανά
Στρατηγέ το τανκς σου Είναι δυνατό μηχάνημα Θερίζει δάση ολόκληρα Κι εκατοντάδες άνδρες αφανίζει Μόνο που έχει ένα ελάττωμα
-χρειάζεται οδηγό
Στρατηγέ το βομβαρδιστικό Είναι πολυδύναμο Πετάει πιο γρήγορα απ’ τον άνεμο Κι απ’ τον ελέφαντα σηκώνει βάρος πιο πολύ Μόνο που έχει ένα ελάττωμα -χρειάζεται πιλότο
Στρατηγέ ο άνθρωπος είναι χρήσιμος πολύ Ξέρει να πετάει Ξέρει και να σκοτώνει Μόνο που έχει ένα ελάττωμα -ξέρει να σκέφτεται
Μπέρτολντ Μπρεχτ-"Γερμανικό Εγχειρίδιο Πολέμου" (Ποιήματα του Σβέντμποργκ, 1939)
Ακολουθεί από το "Γερμανικό εγχειρίδιο πολέμου" του Μπέρτολτ Μπρεχτ το απόσπασμα "Στρατηγέ" μελοποιημένο από τον Θάνο Μικρούτσικο με τη φωνή του Κώστα Θωμαϊδη.
Ήρθε από μια σκοτεινή άβυσσο στις 18 Φεβρουαρίου του 1883, και κατέληξε σε μια σκοτεινή άβυσσο σαν σήμερα 26 Οκτώβρη του 1957, διανύοντας το μεταξύ φωτεινό διάστημα της ζωής.
Ένα λογοτεχνικό βιογραφικό του Νίκου Καζαντζάκη μέσα από όσα εκείνος έχει γράψει...
Ο Νίκος Καζαντζάκης δεν πίστευε σε ιδέες αλλά σε ανθρώπους που κουβαλούν τις ιδέες, δίνοντάς τους το μπόι τους. Πίστη του ο άνθρωπος, γιατί ο άνθρωπος έχοντας μια καρδιά σαν κουβάρι από κάμπιες που με ένα φύσηγμα μπορούν να γίνουν πεταλούδες, είναι ο καθένας από εμάς που μπορεί να κάμει θάματα, αν καταλάβει, πριν να είναι αργά, ότι κουβαλά έναν θεό μέσα του... τον ίδιο του τον εαυτό. Σαν άνθρωπος ήταν κι αυτός ένα πλάσμα εφήμερο, αδύναμο, καμωμένο από λάσπη κι ονείρατα, μα έβαλε σκοπό ζωής να ανοίξει τα μάτια του και να δει όλες τις δυνάμεις του Σύμπαντος που στροβιλίζονταν μέσα του. Και ο μυστικός νόμος του σύμπαντος; Ότι το κακό πάντα στην αρχή θριαμβεύει και πάντα στο τέλος νικάται.
Μια αστραπή η ζωή του... μα πρόλαβε! Έλεγε πως δεν έχουμε παρά μια μονάχα στιγμή στη διάθεσή μας και πως θα πρέπει να κάνουμε τη στιγμή αυτή αιωνιότητα, γιατί άλλη αθανασία δεν υπάρχει. Πέθαινε κάθε μέρα. Γεννιόταν κάθε μέρα. Αρνιόταν ότι είχε κάθε μέρα. Η πιο αψηλή εντολή; Ν’ αρνηθεί κανείς όλες τις παρηγοριές, τους θεούς, τις πατρίδες, τις ηθικές και τις αλήθειες, ν’ απομείνει μόνος και ν’ αρχίσει να πλάθει μοναχά με τη δύναμή του, έναν κόσμο που να μην ντροπιάζει την καρδιά του. Ν’ αναλάβει την πάσα ευθύνη. Αγάπαγε την ευθύνη, καθώς κανένας δεν κυβερνάει μόνο τη μικρή ασήμαντη ύπαρξή του. Έλεγε: «Εγώ μονάχος μου έχω χρέος να σώσω τη γης. Αν δε σωθεί, εγώ φταίω». Δε ζύγιαζε, δε μετρούσε, δε βολευόταν. Ακολουθούσε το βαθύ του χτυποκάρδι. Η στερνή, η πιο ιερή μορφή θεωρίας ήταν η πράξη για εκείνον. Η φυγή δεν ήταν νίκη, τ' όνειρο ήταν τεμπελιά, και μόνο το έργο μπορούσε να χορτάσει την ψυχή και να σώσει τον κόσμο.
Πολιτική του ιδεολογία ήταν ότι δεν μισούσε κανέναν. Προσωπική του ιδεολογία η ελευθερία. Ελευθερία για τον Καζαντζάκη ήταν να μάχεσαι στη γης χωρίς ελπίδα, και ανώτερη αρετή από την ίδια την ελευθερία... το να μάχεσαι για αυτήν. Η ανώτατη ελευθερία, η πιο αψηλή από όλες ήταν να πάψεις να φοβάσαι το θάνατο αλλά και να λυτρωθείς απ’ όλους τους σωτήρες. Μια τέτοια ελευθερία όμως με δυσκολία την αναπνέει ο άνθρωπος, με δυσκολία την αντέχει... Με δυσκολία άντεξε το εκκλησιαστικό κατεστημένο την κοινωνικοποίηση του «Σωτήρα» του από τον μεγάλο συγγραφέα, ο οποίος σαν θιασώτης της κοινωνικής δράσης διακήρυττε ότι η προσευχή λέγεται πράξη, το να ασκητεύεις θα πει να ζεις με τους ανθρώπους και να ανεβαίνεις κάθε μέρα στο «Γολγοθά» και να σταυρώνεσαι μαζί τους.
Η πιο μεγάλη αλήθεια από όλες τις αλήθειες ήταν για αυτόν η ψυχή του ανθρώπου. Μια ψυχή που για να κατακτήσει την ευτυχία, θα πρέπει να περάσει πρώτα όλες τις δυστυχίες. Την ευτυχία δεν την κυνήγησε σαν σπάνιο πουλί πότε στον ουρανό, πότε στο μυαλό του, γιατί εκείνη ήταν ένα κατοικίδιο πουλί στην αυλή του. «Όσο ζούμε μιαν ευτυχία, δύσκολα τη νιώθουμε. Μονάχα όταν περάσει και κοιτάξουμε πίσω μας, καταλαβαίνουμε ξαφνικά ―και κάποτε με κατάπληξη― πόσο σταθήκαμε ευτυχισμένοι», πίστευε. ‘Ό,τι δεν του συνέβη άλλωστε, ήταν ό,τι δεν πόθησε αρκετά.
Έψαξε να βρει μια ψυχή σαρανταπληγιασμένη κι απροσκύνητη, σαν την ψυχή του, να της ξομολογηθεί ότι η καρδιά σμίγει, ότι ο νους χωρίζει, ξεπερνάει την παλαίστρα της ανάγκης και μετουσιώνει το πάλεμα σε αγάπη. Και τι είναι αγάπη; Δεν είναι συμπόνια μήτε καλοσύνη. Στη συμπόνια είναι δύο, αυτός που πονά κι αυτός που συμπονάει. Στην καλοσύνη είναι δύο, αυτός που δίνει κι αυτός που δέχεται. Μα στην αγάπη είναι ένα. Σμίγουν οι δύο και γίνονται ένα. Δεν ξεχωρίζουν. Το εγώ και το εσύ αφανίζονται. Αγάπη είναι να χάνεσαι, έλεγε.
Χτύπησε, χτύπησε τη μοίρα, ως ν' ανοίξει την πόρτα, να γλιτώσει αλλά δεν μπόρεσε να γλιτώσει από την ύστατη μοίρα του ανθρώπου... Νίκησε τουλάχιστον το στερνό, τον πιο μεγάλο πειρασμό, την ελπίδα. Δεν φοβήθηκε γιατί όταν φοβάσαι, ο φόβος διακλαδώνεται σε αναρίθμητες γενεές και εξευτελίζεις αναρίθμητες ψυχές μπροστά και πίσω σου. Πριν φύγει ζήτησε να γράψουν στον τάφο του... «Δεν ελπίζω τίποτα. Δεν φοβάμαι τίποτα. Είμαι λέφτερος!».
Η κηδεία του Νίκου Καζαντζάκη
Ένα ηλιόλουστο πρωινό με τον Καζατζάκη στην Αντίμπ Στις αρχές του 1957 η δημοσιογράφος Γιολάντα Τερέντσιο επισκέφθηκε το ζεύγος Καζαντζάκη στο σπίτι τους στην πόλη Αντίμπ. Η συνέντευξη είχε δημοσιευτεί στο Περιοδικό «Ταχυδρόμος», στις 2 Μαρτίου του 1957.
«Ζουν ήσυχα, ερημικά, οι δυο Έλληνες στο γραφικό μικρό σπίτι της οδού του Μπα-Καστελέ. Απ’ τα παράθυρά τους βλέπουν το λιμάνι της Αντίμπ και τη γαλανή Μεσόγειο. Η πρόσχαρη φιλοξενία της οικοδέσποινας αγκαλιάζει τον επισκέπτη, μόλις δρασκελίσει το κατώφλι. Λίγα σκαλιά οδηγούν στο γραφείο του συγγραφέα. Ψηλός, ίσιος, ασκητικός, μ’ ένα καλό χαμόγελο, απλώνει το μπράτσο και σφίγγοντας το χέρι ρωτάει άπληστα, με την ιδιαίτερη προσφορά του: Τι νέα μας φέρνετε απ’ την Ελλάδα;», γράφει η Γιολάντα Τερέντσιο στον πρόλογο της.
«Ευτυχώς, μια σειρά από δημοσιογραφικές έρευνες μ’ έχουν φέρει τελευταία σ’ επαφή με την έξω από την Αθήνα Ελλάδα κι έτσι του διηγούμαι τι είδα και τι άκουσα στα χωριά και τις πόλεις, από τ’ άγρια βράχια της Μάνης ως την κορφή του Βίτσι. Πως γίνονται και μεγάλα έργα, αλλά πως η φτώχεια μένει πάντοτε φτώχεια και πως η εγκατάλειψη στα χωριά είναι τόση, ώστε οι άνθρωποι στη Βόρειο Ελλάδα μου είπαν πως ζούνε «πίσω από τον ήλιο. Πίσω από τον ήλιο, μουρμουρίζει ο Καζαντζάκης και σημειώνει την απλή αυτή φράση, που βγήκε απ’ τα χείλια του λαού που τόσο βαθιά αγαπάει», συνεχίζει.
Γ.Τ.: Πέστε μου τώρα και για σας, είσαστε ευχαριστημένος; Ν.Κ.: Είμαι ευτυχισμένος ― αν κι είναι ντροπή να αισθάνεται κανείς ευτυχισμένος μια ώρα τέτοια. Αν δεν ήταν μπροστά η Ελένη, θα σας έλεγα πως αυτή η γυναίκα είναι η αιτία της ευτυχίας μου… πραγματικά, δεν είχα ποτέ μου τολμήσει να φαντασθώ τέτοια κατανόηση από άνθρωπο. Αλλ’ αν εξακολουθήσω, θα θυμώσει… Είμαι ευτυχισμένος γιατί μπορώ να δουλεύω, γιατί δεν έχω καμία φιλοδοξία, κανένα μίσος, γιατί έχω την καρδιά μου καθαρή. 'Οταν δουλεύει κανείς πνευματικά δεν αρρωσταίνει, δεν γερνάει – αυτό είναι το μυστικό: να μην παρατήσει κανείς τη δουλειά του, γιατί τότε αλίμονο. Πέντε λεπτά μετά τον θάνατό σου, το μυαλό σου να δουλεύει ακόμα. Του Γκαίτε, είμαι σίγουρος, ότι δούλευε και μετά τον θάνατό του, γι’ αυτό όταν ο 'Εκερμαν ξεσκέπασε το σώμα του, ήταν σαν του εφήβου, είχε πειθαρχήσει στα βάσανά του.
Γ.Τ.: Αν μπορούσατε να ξαναγεννηθείτε, θα το θέλατε; Ν.Κ.: Δεν θα ήθελα να πεθάνω ποτέ· μ’ ενδιαφέρει η ζωή, ο άνθρωπος ― όχι οι άνθρωποι όλοι μαζί.
Γ.Τ.: Πιστεύετε στην ποιοτική εξέλιξη της ανθρωπότητας; Ν.Κ.: 'Ενας Αρμένης ποιητής είπε κάποτε: «Ο πιθηκάνθρωπος ξεκίνησε να γίνει άνθρωπος, αλλά δεν έφτασε ακόμα…».
Γ.Τ.: Υπάρχει ελπίδα για τους ανθρώπους να ζήσουν κάποτε ευτυχισμένοι; Ν.Κ.: Με στοίχημα, σε χίλια χρόνια!… 'Ενας χωρικός πήρε έναν κόρακα, για να εξακριβώσει αν αλήθεια ζη εκατό χρόνια, μα ο χωρικός πέθανε πρώτος! 'Ετσι κι εγώ, και χίλια χρόνια αν ζήσω, δεν θα προφτάσω να δω τους ανθρώπους ευτυχισμένους.
Γ.Τ.: Ποια είναι τα μεγαλύτερα εμπόδια στην ευτυχία τους; Ν.Κ.: Αυτό είναι πολύ δύσκολο ν’ απαντήσει κανείς, αυτό είναι η μεγάλη μου αγωνία… Το μεγαλύτερο εμπόδιο στον άνθρωπο είναι, φαντάζομαι, η έλλειψη πίστης σ’ ένα ιδανικό ανώτερο από το Εγώ του. Αν δεν πιστεύει κανείς σ’ ένα πράγμα ανώτερο από τον εαυτό του, δεν μπορεί να είναι ευτυχισμένος.
Γ.Τ.: Νομίζετε πως μπορεί ν’ αποφευχθεί ο τρίτος παγκόσμιος πόλεμος; Ν.Κ.: Δεν νομίζω πως θα τον γλιτώσουμε… (Μην λέτε τέτοια πράγματα! φωνάζει η κυρία Καζαντζάκη. 'Ο,τι και να βάλουμε στο μυαλό μας, ό,τι και να πούμε, τα πράγματα θα έρθουν αλλιώτικα). Ν.Κ.: Ο πόλεμος θα σταματήσει όταν ο πιθηκάνθρωπος γίνει άνθρωπος! Ο μεγαλύτερος κίνδυνος σήμερα είναι η διάσταση που υπάρχει ανάμεσα διανοητικού και ηθικού ανθρώπου. Ο διανοητικός άνθρωπος έχει φθάσει στο μαγικό, στο υπεράνθρωπο, ενώ ηθικά είναι ανάπηρος. 'Οταν αρμονισθούν αυτά τα δύο, τότε θ’ αποκτήσει κι η ανθρωπότητα το ισοζύγιο και θα γίνει ευτυχισμένη. Ο σημερινός άνθρωπος μου θυμίζει τον θηριοδαμαστή που μπήκε στο κλουβί των θηρίων νομίζοντας πως η τίγρη ήταν γυμνασμένη…
Γ.Τ.: Ο πνευματικός άνθρωπος μπορεί ν’ ανήκει σ’ ένα κόμμα ή πρέπει να μένει πάντοτε ανεξάρτητος, για να είναι ελεύθερος να κρίνει; 'Οπως είπε ο Σαρτρ, κάποτε, ότι ο πνευματικός άνθρωπος πρέπει να πολεμάει την αδικία όπου και να τη βρίσκει. Ν.Κ.: Είναι δύσκολο για τον πνευματικό άνθρωπο να μείνει μόνος του. Μόνος του είναι αδύνατος, αν ενωθεί όμως με τους άλλους, χαλάει. Το πρόβλημα είναι: πώς είναι δυνατόν να ενωθούν οι τίμιοι άνθρωποι; Ο πνευματικός άνθρωπος πρέπει να καταδικάζει την αδικία όπου τη βρίσκει και κάνοντας αυτό που κάνω απαντώ στο ερώτημά σας: γράφω για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια που ποδοπατιέται παντού, τόσο εύκολα. Αν ενωθώ με τους άλλους θα χάσω την ελευθερία μου. Η ψυχολογία της μάζας είναι αλλιώτικη, μιλάω για τους διανοούμενους σαν μάζα, όχι για τις λαϊκές μάζες, που τις σέβομαι και που έχουν τη δική τους δουλειά. 'Ενας πνευματικός άνθρωπος μόνος του μπορεί να δουλέψει καλύτερα: ελεύθερος άνθρωπος παλεύει για την ελευθερία. Δέκα ελεύθεροι άνθρωποι, ενωμένοι, χάνουν την ελευθερία τους. Εκείνο που χρειάζεται είναι ν’ ακολουθήσεις τον δρόμο σου ώς την άκρη. Η αξία του δρόμου είναι να μη σταματήσεις ποτέ!
Γ.Τ.: Ποιο είναι το πολυτιμότερο πράγμα στον κόσμο; Ν.Κ.: Για μένα ο χρόνος. 'Οπως είπε ο αισθητικός Μπέρναρντ Μπέρενσον, που αποτραβήχτηκε στη Φλωρεντία κι είναι ενενήντα χρονώ, μου έρχεται να κατέβω στο δρόμο και ν’ απλώσω το χέρι μου στους διαβάτες και να τους πω: «Δώστε μου λίγο από το χρόνο που χάνετε…».
Γ.Τ.: Κι εγώ που σας έφαγα τόσην ώρα απ’ τον πολύτιμο χρόνο σας! Ν.Κ.: Ε, δεν πειράζει, άπλωσα κι εγώ το χέρι μου και κάτι μάζεψα…
Ακολουθούν μερικές σελίδες από το ημερολόγιο ενός μεγάλου ποιητή που έζησε από πολύ κοντά τα γεγονότα του πολέμου.(1940)
Πρόκειται για τον Γιώργο Σεφέρη ο οποίος, σαν ανώτατος διπλωμάτης που ήταν, παρακολούθησε από κοντά το διπλωματικό παρασκήνιο της περιόδου - και ταυτόχρονα κρατούσε εκτενείς ημερολογιακές σημειώσεις, που έχουν εκδοθεί.
Ο Σεφέρης κρατούσε και το Πολιτικό ημερολόγιο, σε δύο τόμους, με καταχωρήσεις αυστηρά υπηρεσιακού - πολιτικού χαρακτήρα, αλλά για τους πρώτους μήνες του πολέμου του 1940-41 δεν έχει καμιά καταχώρηση σε αυτό).
Στο Διαδίκτυο υπάρχει η εγγραφή που αφορά την πρώτη μέρα του πολέμου. Εδώ μεταφέρω το κείμενο αυτό (έχω κάνει αντιπαραβολή με το πρωτότυπο) καθώς και μερικές ακόμα εγγραφές του Σεφέρη από τον Γ’ τόμο του ημερολογίου του. Φυσικά, ο Σεφέρης στις 28 Οκτωβρίου δεν είχε καιρό και μυαλό να γράψει ημερολόγιο, την εγγραφή την έκανε στις 30 Οκτώβρη.
Τετάρτη βράδυ, 30 Οκτώβρη. Τώρα, μια στιγμή έξω από τη ζάλη, προσπαθώ να σημειώσω όσα θυμάμαι από τη νύχτα του περασμένου Σαββάτου. Έχω την εντύπωση πως πρόκειται για αναμνήσεις χρόνων: Νύχτα Σαββάτου προς Κυριακή (26-27). Κατά τη μία μού τηλεφώνησαν την είδηση του «Στέφανι»: Μια συμμορία ελληνική μπήκε στο αλβανικό έδαφος και χτυπήθηκε με τους Ιταλούς κατά τα μέρη της Βίγλιστας. Δύο μπόμπες στην κατοικία του Ιταλού διοικητή στους Αγίους Σαράντα. Οι δράστες, λένε οι Ιταλοί, είναι Έλληνες ή ‘Αγγλοι κατάσκοποι. Ο Νικολούδης είναι στην ιταλική πρεσβεία που έχει δεξίωση, ύστερα από την πρεμιέρα μιας όπερας του Πουτσίνι στο «Βασιλικό». Είπα να τον ειδοποιήσουν αμέσως. Οι διαψεύσεις βγήκαν τη νύχτα, καθαρές και ξάστερες. Ο Νικολούδης μου διηγήθηκε πως ο ίδιος ο σινιόρ Γκράτσι τον οδήγησε στο τηλέφωνο, και, όταν τέλειωσε, τον ρώτησε: «Mauvaises nouvelles?» Τ’ αποκρίθηκε: «Rien d’ extraordinaire», κι έφυγε μετά πέντε λεπτά για να πάει στον πρόεδρο.
Κυριακή πρωί, 27. Στο Υπουργείο Εξωτερικών. Συζητούμε ατέλειωτα και ζυγιάζουμε τις φράσεις της απάντησής μας σε μια νότα γερμανική εξαιρετικά θυμωμένη και πικρόχολη, που διαμαρτύρεται για τη δημοσίευση στις εφημερίδες του λόγου του Churchill προς τους Γάλλους. Στο μεταξύ ο πρόεδρος, που πρέπει να την εγκρίνει, έχει ξεκινήσει· βλέπουμε τον αυτοκίνητό του να βγαίνει από την καγκελόπορτα του υπουργείου. Ο Παπαδάκης αρπάζει το χαρτί, τρέχει από την αριστερή πόρτα και σταματά το αυτοκίνητο που είχε στρίψει προς τους Αμπελοκήπους. Πίσω σταματά όλη η κίνηση· μοτοσικλέτες, μεγάλα κίτρινα μπούσια, ποδήλατα. Ο Μελάς, νευρωμένος, ψιθυρίζει: «Ωραία, ωραία! Ένας υπάλληλος του Υπουργείου Εξωτερικών σταματά το αυτοκίνητο του προέδρου, μ’ ένα χαρτί στο χέρι. Όλος ο κόσμος θα πει πως είναι το ιταλικό τελεσίγραφο, πώς εκηρύχθη ο πόλεμος».
Δευτέρα, 28. Κοιμήθηκα δύο το πρωί, διαβάζοντας Μακρυγιάννη. Στις τρεις και μισή μια φωνή μέσα από το τηλέφωνο με ξύπνησε: «Έχουμε πόλεμο». Τίποτε άλλο, ο κόσμος είχε αλλάξει. Η αυγή, που λίγο αργότερα είδα να χαράζει πίσω από τον Υμηττό, ήταν άλλη αυγή: άγνωστη. Περιμένει ακόμη εκεί που την άφησα. Δεν ξέρω πόσο θα περιμένει, αλλά ξέρω πως θα φέρει το μεγάλο μεσημέρι. Ντύθηκα κι έφυγα αμέσως. Στο Υπουργείο Τύπου δυο-τρεις υπάλληλοι. Ο Γκράτσι είχε δει τον Μεταξά στις τρεις. Του έδωσε μια νότα και του είπε πως στις 6 τα ιταλικά στρατεύματα θα προχωρήσουν. Ο πρόεδρος του αποκρίθηκε πως αυτό ισοδυναμεί με κήρυξη πολέμου, και όταν έφυγε κάλεσε τον πρέσβη της Αγγλίας. Αμέσως έπειτα με τον Νικολούδη στο Υπουργείο Εξωτερικών. Ο πρόεδρος ήταν μέσα με τον πρέσβη της Τουρκίας. Στο γραφείο του Μαυρουδή, ο Μελάς έγραφε σπασμωδικά ένα τηλεγράφημα. Ο Μαυρουδής μέσα στο παλτό του σαν ένα μικρό σακούλι. Διάβασα τη νότα του Γκράτσι. Ο Γάφος κι ο Παπαδάκης τηλεφωνούσαν. Καθώς ετοίμαζα το τηλεγράφημα του Αθηναϊκού πρακτορείου, μπήκε ο Τούρκος πρέσβης για να ιδεί τη νότα και σε λίγο ο πρόεδρος με όψη πολύ ζωντανή. Έπειτα άρχισαν να φτάνουν οι υπουργοί, χλωμοί περισσότερο ή λιγότερο, καθένας κατά την κράση του. Το υπουργικό συμβούλιο κράτησε λίγο. Ο Μεταξάς πήγε αμέσως στο γραφείο του κι έγραψε το διάγγελμα στο λαό . Το πήραμε και γυρίσαμε στο υπουργείο τύπου. Μέσα από τα τζάμια του αυτοκινήτου, η αυγή μ’ ένα παράξενο μυστήριο χυμένο στο πρόσωπό της. Έγραψα μαζί με το Νικολούδη το διάγγελμα του βασιλιά. Καμιά δακτυλογράφος ακόμη· πήγα σπίτι μια στιγμή και το χτύπησα στη γραφομηχανή μου. Η Μαρώ μου είχε ετοιμάσει καφέ. Γύρισα στο Υπουργείο καθώς σφύριζαν οι σειρήνες… Στη γωνιά Κυδαθηναίων μια φτωχή γυναίκα με μια υστερική σύσπαση στο πρόσωπο.
Τώρα όλοι ήταν μαζεμένοι στα υπόγεια της «Μεγάλης Βρετανίας». Ο βασιλιάς, με ύφος νέου αξιωματικού· υπόγραψε το διάγγελμά του και φύγαμε. Τηλεφώνησα στο τηλεγραφείο να σταματήσουν τα τηλεγραφήματα και των Γερμανών ανταποκριτών. Οι υπάλληλοι εκεί είναι ακόμη ουδέτεροι. Δεν μπορούν να πιστέψουν τη φωνή μου:
-Είστε βέβαιος; και των Γερμανών; -Και των Γερμανών είπα. -Τι δικαιολογία να δώσουμε; Δεν έχω καιρό για συζητήσεις: -Πέστε τους πως τώρα είναι χαλασμένα τα σύρματα με το Βερολίνο, κι αν φωνάζουν πολύ στείλτε τους σ’ εμένα... Πήρα και έδωσα το πρώτο πολεμικό ανακοινωθέν μας και κατέβηκα στους δρόμους για να ιδώ τα πρόσωπα. Το πλήθος έσπαζε τα τζάμια των γραφείων της «Άλα Λιτόρια».
Παρασκευή, 1 Νοέμβρη Πολύ πρωί, πριν απο το γραφείο, πάνω στου Κωστάκη. Ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, μόλις γύρισε από την εξορία· πρόσωπο αδυνατισμένο, ρουφημένο· μια φλόγα στα μάτια. Λέει δυο σονέτα που έγραψε, μέσα σε λίγες στιγμές, προτού φύγει· κορόνα στο τέλος· αγαπά τη φωνή του· είναι ο άνθρωπος μιας φωνής. Καθώς μιλάμε, συναγερμός· είναι συγκινημένος που βρίσκεται με φίλους τέτοιες στιγμές. Κούφιοι κρότοι, μακριά, κατά τον Πειραιά· οι μπόμπες.
Δεν καταλαβαίνεις πώς περνά η μέρα· προχωρείς χωρίς να πάρεις ανάσα. (…) Έπειτα στην «Μπριτάνια», που έχει μεταβληθεί σ’ ένα μεγάλο μελίσσι υπουργείων. Στο πάτωμα του Υπουργείου Εξωτερικών, οι συνάδελφοι βγαίνουν σαν ποντικοί από τις πόρτες μέσα στους σκοτεινούς διαδρόμους. Έφαγα κάτω στο εστιατόριο Στη μεγάλη σάλα, λίγοι αξιωματικοί, λίγοι διπλωμάτες, ένας-δυο υπουργοί, ο αρχιστράτηγος μόνος στο βάθος, ονειροπόλος, ο Άγγλος στρατιωτικός ακόλουθος με στολή εκστρατείας μαζί μ’ ένα στρατηγό που ήρθε σήμερα. Δημοσιογράφοι.
Τα νέα: μπομπαρδίσαμε την Κορυτσά, υποψιάζουνται κινήσεις των Ιταλών για την Κέρκυρα· κάποιοι μιλούν, κιόλας, για νησιωτικό κράτος. Έξω, μέσα στο σκοτάδι, ο ουρανός γεμάτος άστρα· τον κοιτάζω σαν ξένος. (…)
Κυριακή, 10 Νοέμβρη (…) Νίκες όλες τούτες τις πρώτες μέρες του πολέμου. Απίστευτα πράγματα, που κανείς δεν τα περίμενε. Συλλογίζομαι τις κακές μέρες που δεν είναι απίθανο να ρθουν, αύριο, μεθαύριο, σε τρεις μήνες -δεν ξέρω πότε. Και τότε να μπορέσω να κάνω το χρέος μου· τίποτε άλλο. Κυριακή, 17 Νοέμβρη Ακατανόητη αναξιοσύνη των Ιταλών. Ρωτιέται κανείς τι λογάριαζαν όταν αποφάσισαν να πολεμήσουν με την Ελλάδα. [* Σημ. του 1950: Μετά τον πόλεμο έμαθα πως ο Γκράτσι τούς είχε δημιουργήσει την πεποίθηση πως δε θα ρίχναμε μια τουφεκιά και πως η εισβολή τους θα ήταν απλός στρατιωτικός περίπατος]. (…)
Σάββατο, 14 Δεκέμβρη Μόλις σταματήσω με πιάνει πλήξη. Η δουλειά είναι τέτοια που δεν μπορείς μήτε να αισθανθείς: όταν πάψει μια στιγμή, είσαι ολότελα άδειος. Ωστόσο γίνουνται μεγάλα πράγματα γύρω μου. Το γύρισμα του κύκλου έφερε τον ελληνικό λαό σε μια από τις πιο υψηλές στιγμές του. Χτες μου διηγήθηκαν τούτο: Ρωτούν έναν πατέρα τέσσερων παιδιών, που δεν είχε στρατιωτική υποχρέωση και μολαταύτα ντύθηκε, γιατί πήρε τέτοιαν απόφαση: " Ντράπηκα τους συχωριανούς μου" αποκρίθηκε, «για το κρίμα που θα ‘πεφτε πάνω μου, αν τύχαινε κι έμπαιναν οι Ιταλοί στο χωριό». Αίσθημα ευθύνης, που είχαμε ξεσυνηθίσει να βλέπουμε στους λαούς. Υπάρχει τριγύρω μου ένα ανώνυμο θαύμα, που κανείς πριν δεν το υποψιαζότανε. Ένα πράγμα που ξεμυτίζει και φυτρώνει σαν το φρέσκο χορτάρι. Πιο πάνω, ο κόσμος ο δικός μας δεν έχει αλλάξει: παλιές συνήθειες, παλιοί τρόποι· οι ανταποκρίσεις από το μέτωπο θυμίζουν ανταποκρίσεις των πολέμων του ’12. Ένας κόσμος χαλασμένος. Πολλά σχόλια μπορούν να γίνουν, αλλά τα αφήνω σε σας. Ίσως το ανώνυμο θαύμα του λαού σε αντιδιαστολή με τον χαλασμένο κόσμο των «πιο πάνω» να εξηγεί και τις επόμενες εξελίξεις.
* Προσέξτε τον ξενισμό «μπούσι» που ήταν πολύ συνηθισμένος προπολεμικά και που σήμερα έχει αντικατασταθεί από τη θεσμική λέξη ‘λεωφορείο’ - μια υπόμνηση ότι δεν επικρατούν όλα τα δάνεια.
* Η Άλα Λιτόρια (Ala Littoria), που το πλήθος έσπαζε τα τζάμια των γραφείων της, ήταν η ιταλική αεροπορική εταίρεία, προκάτοχος της Αλιτάλια.
* Τα δυο σονέτα του Παναγιώτη Κανελλόπουλου που αναφέρει ο Σεφέρης δημοσιεύτηκαν πρωτοσέλιδα στο περιοδικό Νεοελληνικά Γράμματα, στο πρώτο «πολεμικό» φύλλο της 2.11.1940
Βέβαια, όπως σημειώνει κι ο λαογράφος Φίλιππος Βρετάκος ("Οι δώδεκα μήνες του έτους και αι κυριώτεραι εορταί των"), "Κατά το παλαιόν ημερολόγιον, μερικαί ημέραι προ και μετά του Αγίου Δημητρίου είναι εύδιοι, ανέφελοι, θεριναί και επικρατεί νηνεμία, παρουσιάζουν δε αποτόμως και αύξησιν της θερμοκρασίας και την εντύπωσιν ότι είναι ακόμη καλοκαιράκι και ο κόσμος αρχίζει να ελαφρώνει τα ενδύματα, δια των οποίων είχεν αρχίσει να ενδύεται με την πρώτην καιρικήν μεταβολήν προς το ψυχρότερον. Παλαιότερον οι Αθηναίοι χλευαστικώς έλεγαν "Τ'αγιού Δημητριού το γαϊδουροκαλόκαιρο", επειδή πολλάκις η ελάττωσις αυτή των ενδυμάτων απέβαινεν επικίνδυνος εις την υγείαν, και την ζωήν ακόμη, του ανθρώπου."
Πάντως, ουσιαστικά, από τη γιορτή του Άη Δημήτρη, θεωρείται ότι μπαίνουμε στο χειμώνα.
"Άγιος Δημήτριος έρχεται τα χιόνια φορτωμένος", λένε στη Γορτυνία.
Και συνεχίζει ο Φίλιππος Βρετάκος"Και πράγματι από τότε αρχίζουν αι πρώται ραγδαίαι βροχαί εις τα πεδινά και η πτώσις χιονών εις τα ορεινά, με αισθητήν πτώσιν και της θερμοκρασίας. Και οι αρχαίοι πρόγονοι ημών ως αρχήν του χειμώνος έθετον την 26η Οκτωβρίου (Ν.Γ.Πολίτης, "Παραδόσεις" τ.Α, σ.232), διότι τότε συνέπιπτεν η δύσις των Πλειάδων (της Πούλιας), η οποία σήμερον γίνεται την 18ην Νοεμβρίου."
Ακόμη, "κατά πατροπαράδοτον έθιμον η εορτή του Αγίου Δημητρίου είναι κατ'εξοχήν εορτή των γεωργών και οι νομάδες και οι ποιμένες κατέρχονται εκ των ορεινών περιοχών εις τα χειμαδιά, τελούνται δε και πολλοί γάμοι και δοκιμάζονται καθ'όλην τη χώραν τα νέα κρασιά, κατά πατροπαράδοτον έθιμον, διότι του Αγίου Δημητρίου συντελείται η ζύμωσις των κρασιών, διό και ακούγεται το άσμα: "Τα πρωτοβρόχια πιάκανε και τα κρασιά μεθούνε".Όταν ο καιρός όμως είναι ομιχλώδης, εις τινά μέρη δεν ανοίγουν νέον οίνον, δια να μη γίνη και αυτός, κατά μεταφοράν, θολός. Από το τέλος Οκτωβρίου, ως ελέχθη, αρχίζει η συγκομιδή των ελαιών, η οποία ενίοτε εις τινάς περιοχάς παρατείνεται μέχρι τέλους Ιανουαρίου."
Συμπληρώνει ο λαογράφος μας Δημήτριος Λουκάτος("Τα φθινοπωρινά"), " Σ'όλους σχεδόν τους πρώιμους οινοπαραγωγικούς τόπους (νοτιότερους και παράλιους) καλούν σήμερα στα σπίτια τον παπά (μετά τη λειτουργία) ν'αγιάσει τα βαρέλια, ρίχνοντας μέσα στο "κρασί" τους αγιασμό, από την απάνω τάπα. Θ'ανοίξει έπειτα εκείνος (ή ο νοικοκύρης) τον πείρο και θα πρωτοπιεί (ο παπάς) από το νιο κρασί, ευχόμενος "καλόπιοτο""κι από χρόνου". Γινεται έτσι κι εκτιμητής του πρώτου κρασιού (πολύπειρος πια) ο παπάς και λέει την καλή γνώμη του ("Μωρέ νάμα είναι!"), που είναι πάντα ευπρόσδεκτη και σεβαστή. Αν δεν καλεστεί ο παπάς υπάρχουν και έμμεσοι τρόποι ευλογίας του κρασιού στο σπίτι. Έχουμε περιγραφές από νησιά του Αιγαίου, ότι αποβραδίς τ' άι-Δημητριού, πριν αρχίσουν το δείπνο, πάνε όλοι της οικογένειας, με τα ποτήρια τους, γύρω στο βαρέλι. Σταυροκοπιέται ο νοικοκύρης κι ανοίγει την κάνουλα, γεμίζει, εύχεται, πρωτοπίνει και λέει τη γνώμη του. Οι άλλοι δέχονται, καλό ή κακό, το κρασί, βάζουν στα ποτήρια τους από λίγο και πάνε στο τραπέζι, να δειπνήσουν. [...] Θείο δώρο το κρασάκι στον άνθρωπο, που κατά τις εποχές και τους τόπους, ο θεός που το δώριζε ονοματίζεται αλλιώς. Άνοιγαν πανηγυρικά τα κρασιά τους και στην αρχαία Ελλάδα, κατά τα Πιθοίγια των Ανθεστηρίων, με πάτρωνα συμπότη το Διόνυσο. [...]
Είχε μια ζεστασιά κοινωνικής αυτοσυγκέντρωσης κι ανθρώπινης ειρηνικής επαφής αυτή η γιορτή τ' αγίου Δημητρίου, το φθινόπωρο, σε σχέση με την εκρητκτική ανοιξιάτικη γιορτή του άι Γιώργη, που σκόρπιζε στο ύπαιθρο τους ανθρώπους, μετακινούσε τις οικογένειες, και συχνότατα άνοιγε τους πολέμους.
Ένα συγκριτικό Μακεδονίτικο τραγουδάκι, δείχνει τις διαφορές τους αυτές:
Οι δυο οι άγιοι μάλωναν, Αγιώργης κι Αιδημήτρης:
-Αγιώργη, 'Γιώργη φοβερέ και σκροποφαμελίτη,
εγώ (λέει ο Αιδημήτρης) μαζώνω φαμιλιές και συ μου τις σκορπίζεις'
μαζώνω μάνες με παιδιά, γυναίκες με τους άντρες,
μαζώνω και τ'αντρόγυνα, τα πολυαγαπημένα!
-Εγώ (λέει τώρα ο Αγιώργης) φέρνω την άνοιξη και συ μου τη στεγνώνεις'
εγώ φέρνω τα πρόβατα και συ τα ξεδιαγμίζεις'
φέρνω και τους τσοπάνηδες λαλώντας τις φλογέρες.
Σε μια άλλη παραλλαγή, από την ίδια περιφέρεια (χωριό Κνίδη Γρεβενών) τον λόγο στο τραγούδι τον έχει μόνο ο αι-Δημήτρης, που συνεχίζει:
εγώ τρώω παχιά αρνιά (τον Οκτώβρη) και συ παλιοπροβάτες,
εγώ κοιμούμ' σε πάπλωμα και συ στα στερναρίτσα (πετροχάλικα)."
Να μην ξεχνάμε, όμως, πως σαν σήμερα, ημέρα που τιμάται η μνήμη του αγίου Δημητρίου, μετά από σκληρούς αγώνες του λαού μας, απελευθερώθηκε η Θεσσαλονίκη -της οποίας και ο άγιος τούτος είναι πολιούχος- από τον τουρκικό ζυγό..