Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πολιτισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πολιτισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 10 Μαΐου 2020

"Η ΓΙΟΡΤΗ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ"


Όμορφες Εικόνες για τη Γιορτή της Μητέρας

Μάνα... αγάπη βαθειά, αληθινή χωρίς την προσμονή της ανταπόδοσης....

Ακολουθεί ένα απόσπασμα από την "Αναφορά στο Γκρέκο",του Νίκου Καζαντζάκη, ένα κείμενο που το γνωρίζουμε από τα σχολικά μας χρόνια:

«Η μάνα μου»…
Η μάνα μου, μια άγια γυναίκα. Με υπομονή, μ’ αντοχή κι όλη τη γλύκα της γης απάνω της. Όλοι από το αίμα της μάνας μου οι πρόγονοι ήταν χωριάτες. Σκυμμένοι στο χώμα, κολλημένοι στο χώμα, τα πόδια τους, τα χέρια τους, τα μυαλά τους γεμάτα χώματα. Αγαπούσαν τη γης και της εμπιστεύουνταν όλες τις ελπίδες. Είχαν γίνει, πάππου προς πάππου, ένα μαζί της. Στην αβροχιά, κοράκιαζαν κι αυτοί μαζί της, κι όταν ξεσπούσαν τα πρωτοβρόχια, τα κόκαλά τους έτριζαν και φούσκωναν σαν καλάμια. Κι όταν αλέτριζαν και χαράκωναν βαθιά την κοιλιά της με το γενί, ξαναζούσαν στα στήθια και στα μεριά τους την πρώτη νύχτα που κοιμήθηκαν με τη γυναίκα τους…. Ποτέ δεν είχα δει τη μητέρα μου να γελάει, χαμογελούσε μόνο, και τα βαθουλά, μαύρα μάτια της κοίταζαν τους ανθρώπους γεμάτα υπομονή και καλοσύνη. Πηγαινοέρχονταν σαν πνέμα αγαθό μέσα στο σπίτι, κι όλα τα πρόφταινε ανέκοπα κι αθόρυβα, σαν να ‘χαν τα χέρια της μια καλοπροαίρετη μαγική δύναμη, που κυβερνούσε με καλοσύνη την καθημερινή ανάγκη. Μπορεί και να ‘ναι η νεράιδα συλλογιζόμουν κοιτάζοντάς την σιωπηλά…. Οι ώρες που περνούσα με τη μητέρα μου ήταν γεμάτες μυστήριο. Καθόμασταν ο ένας αντίκρα στον άλλο, εκείνη σε καρέκλα πλάι στο παράθυρο, εγώ στο σκαμνάκι μου, κι ένιωθα, μέσα στη σιωπή, το στήθος μου να γεμίζει και να χορταίνει, σαν να ‘ταν ο αγέρας ανάμεσά μας γάλα και βύζαινα. Από πάνω μας ήταν η γαζία, κι όταν ήταν ανθισμένη, η αυλή μας μοσκομύριζε. Αγαπούσα πού τα ευωδάτα κίτρινα λουλούδια της, τα ‘βαζε η μητέρα μου στις κασέλες και τα σώρουχά μας, τα σεντόνια μας, όλη μου η παιδική ηλικία μύριζε γαζία. Μιλούσαμε, πολλές ήσυχες κουβέντες, πότε η μητέρα μού διηγόταν για τον πατέρα της, για το χωριό που γεννήθηκε, και πότε ‘γω της στορούσα τους βίους των αγίων που ‘χα διαβάσει, και ξόμπλιαζα τη ζωή τους με τη φαντασία μου. Δεν έφτανα τα μαρτύριά τους, έβαζα κι από δικού μου, ωσότου έπαιρναν τη μητέρα μου τα κλάματα, τη λυπόμουν, κάθιζα στα γόνατά της, της χάιδευα τα μαλλιά και την παρηγορούσα: Μπήκαν στον παράδεισο, μητέρα, μη στεναχωριέσαι, σεριανίζουν κάτω από ανθισμένα δέντρα, κουβεντιάζουν με τους αγγέλους και ξέχασαν τα βάσανά τους. Και κάθε Κυριακή βάζουν χρυσά ρούχα, κόκκινα κασκέτα με φούντες και πάνε να κάμουν βίζιτα στο Θεό. Κι η μητέρα σφούγγιζε τα δάκρυά της, με κοίταζε σαν να μου έλεγε: Αλήθεια λες; Και μου χαμογελούσε. Και το καναρίνι, μέσα στο κλουβί του, μας άκουγε, σήκωνε το λαιμό του και κελαηδούσε μεθυσμένο, ευχαριστημένο, σαν να ‘χε κατέβει από τον παράδεισο, σαν να ‘χε αφήσει μια στιγμή τους αγίους κι ήρθε στη γης να καλοκαρδίσει τους ανθρώπους. Η μητέρα μου, η γαζία, το καναρίνι, έχουν σμίξει αχώριστα, αθάνατα μέσα στο μυαλό μου, δεν μπορώ πια να μυρίσω γαζία, ν’ ακούσω καναρίνι, χωρίς ν’ ανέβει από το σπλάχνο μου η μητέρα μου και να σμίξει με τη μυρουδιά τούτη και με το κελάηδημα του καναρινιού…

(Νίκος Καζαντζάκης, Αναφορά στο Γκρέκο»)


Ακολουθεί ένα ποίημα του μεγάλου μας ποιητή Γιάννη Ρίτσου.

[Μητέρα..


…Είχαμε τον κήπο στην άκρη της θάλασσας.

Απ’ τα παράθυρα γλιστρούσε ο ουρανός

κι η μητέρα καθισμένη

στο χαμηλό σκαμνί

κεντούσε τους αγρούς της άνοιξης

με τα ανοιχτά κατώφλια των άσπρων σπιτιών

με τα όνειρα των πελαργών στην αχυρένια στέγη

γραμμένη στη λευκή διαφάνεια…

Η μητέρα μού κρατούσε τα χέρια.

Μα εγώ

πίσω απ’ τον τρυφερό της ώμο

πίσω απ’ τα μαλλιά της τα χλωμά

στρωτά μ’ ένα άρωμα υπομονής και ευγένειας

κοιτούσα σοβαρός τη θάλασσα…


Μας πήραν το θαλασσινό τραγούδι

Μας δέσαν τα θαλασσινά μας πόδια.

Παιδάκια σιωπηλά κι απορημένα

με τ’ αλατισμένα ματόκλαδα

με τα μεγάλα μάτια τα γαλάζια

περνάμε φοβισμένα στις μεγάλες πολιτείες

κάτω απ’ τα νοσοκομεία που μυρίζουν ύπνο κι ιδρώτα

κάτω απ’ τα σπίτια με τους κόκκινους γλόμπους

κάτω απ’ τα μέγαρα

που καπνίζουν αίμα νύχτα κι αρπαγή.


Μητέρα, μητέρα

πού αρνηθήκαμε

την τρυφερή σοφία των δακρύων σου

πού ‘ναι το μακρόθυμο χέρι σου

με την έκφραση της καρτερίας

πού ‘ναι το χέρι σου

ν’ ακούσουμε την αυγή και τη θάλασσα

να ζεστάνουμε τη μοναξιά;



«Πέτρες»-
Γιάννης Ρίτσος

Μητέρα
ο ουρανός γκρεμίστηκε

στα δάκρυα των αθώων…

Πόρτες χάσκουν στη νύχτα.

Ξίφη αστράφτουν.

Ένα φεγγάρι αποκεφαλισμένο.

Οι άνθρωποι ετοιμάζουν σκάλες

Με ανθρώπινα κόκαλα

Για ν’ ανέβουν.



Κύριε, Κύριε

κι εμείς εδώ

στη μέση των μεγάλων δρόμων

λυπημένοι κι αδέξιοι

με το άδειο δισάκι στα χέρια

μ’ ένα κλουβί αηδονιών στη ράχη

με την πλατιά μνήμη της θάλασσας στο μέτωπο

με χέρια αθώα κι απορημένα που δεν επαιτούν.


Μητέρα δε μας μένει τίποτα.

Πού θ’ απαγκιάσουμε;

Πού θα κοιμηθούμε;…

(Γιάννης Ρίτσος, απόσπασμα απ’ το «Εμβατήριο του ωκεανού»)

- ΜΑΜΑ ΓΕΡΝΑΩ- Τάνια Τσανακλίδου


Γιορτή της Μητέρας 2018 – Λόγος της Πέλλας


Ακολουθεί ένα καταπληκτικό τραγούδι και μια σπαρακτική ερμηνεία από την πολυαγαπημένη Τάνια Τσανακλίδου.





Πηγές: www.google.com, youtube.com



Πέμπτη 5 Απριλίου 2018

"ΤΑ ΠΑΣΧΑΛΙΑΤΙΚΑ ΑΥΓΑ ΣΤΟΝ ΚΑΜΒΑ ΔΙΑΣΗΜΩΝ ΖΩΓΡΑΦΩΝ"



Ένα μέρος των Πασχαλινών εθίμων, είναι τα πασχαλινά αβγά. Βάφονται, κατά κύριο λόγο κόκκινα, τη Μεγάλη Πέμπτη κι αρχίζουν να καταναλώνονται την Κυριακή του Πάσχα.      Δείτε, στους παρακάτω υπέροχους πίνακες, πως τα απεικόνισαν διάσημοι ζωγράφοι ανά τον κόσμο.



Προετοιμασία για το Πάσχα – Μιχαήλ Γερμασέβ



γυναίκα με πασχαλιάτικα αβγά Niko Pirosmani



Πάσχα στην Ουκρανία – Νικολάι Πιμονένοκο – 1891



Παιδιά κυλούν πασχαλιάτικα αυγά – Νικολάι Κοσέλεφ – 1855



Πάσχα – Μιχαήλ Μόκοφ – 1842



πασχαλιάτικο φαγητό Constantin Stahi 1916



Πάσχα – Edward Atkinson Hornel – 1905



Πάσχα – Μπόρις Μιχαηλόβιτς Καστογιέφ – 1916



παιδιά τουγκρίζουν πασχαλιάτικα αυγά Sever Burada



Πάσχα – Αύγουστο Γιάκομεττι – 1932



Πάσχα – Ιλλιάριον Πριανισνίκιοφ – 1885



Πάσχα – Βλαντιμίρ Γιέγκοβιτς Μακόφσκι – 1914



Τα αυγά της Λαμπρής -Γεραλής Απόστολος- 1938



Πάσχα – Stanislav Zhukovsky – 1912



Πασχαλινή Νεκρή Φύση – Στάνισλαβ Ζουκόφσκι – 1915



Τα αυγά του Πάσχα – Pierre Outin

Πίνακας αρχής: Νικηφόρος Λύτρας, Το ωόν του Πάσχα. 1874-1875.
by Αντικλείδι , http://antikleidi.com

"Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ"


Η υψηλότερη μορφή της άνοιξης που ξέρω: μια ελληνική Μεγάλη Εβδομάδα» (Γ. Σεφέρης )

Ἡ Μάνα τοῦ Χριστοῦ-Kώστας Βάρναλης

Πῶς οἱ δρόμοι εὐωδᾶνε μὲ βάγια στρωμένοι,
ἡλιοπάτητοι δρόμοι καὶ γύρω μπαξέδες!
Ἡ χαρὰ τῆς γιορτῆς ὅλο πιότερο ἀξαίνει
καὶ μακριάθε βογγάει καὶ μακριάθε ἀνεβαίνει.

Τὴ χαρά σου, Λαοθάλασσα, κῦμα τὸ κῦμα,
τῶν ἀλλῶνε τὰ μίση καιρὸ τήνε θρέφαν
κι᾿ ἂν ἡ μαύρη σου κάκητα δίψαε τὸ κρῖμα,
νὰ ποὺ βρῆκε τὸ θῦμα της, ἄκακο θῦμα!

Ἄ! πὼς εἶχα σὰ μάνα κι᾿ ἐγὼ λαχταρήσει
(ἦταν ὄνειρο κι᾿ ἔμεινεν, ἄχνα καὶ πάει)
σὰν καὶ τ᾿ ἄλλα σου ἀδέρφια νὰ σ᾿ εἶχα γεννήσει
κι᾿ ἀπὸ δόξες ἀλάργα κι᾿ ἀλάργα ἀπὸ μίση!

Ἕνα κόκκινο σπίτι σ᾿ αὐλὴ μὲ πηγάδι. . .
καὶ μία δράνα γιομάτη τσαμπιὰ κεχριμπάρι. . .
νοικοκύρης καλὸς νὰ γυρνᾷς κάθε βράδι,
τὸ χρυσό, σιγαλὸ καὶ γλυκὸ σὰν τὸ λάδι.

Κι᾿ ἅμ᾿ ἀνοίγῃς τὴν πόρτα μὲ πριόνια στὸ χέρι,
μὲ τὰ ροῦχα γεμάτα ψιλὸ ροκανίδι,
(ἄσπρα γένια, ἄσπρα χέρια) ἡ συμβία περιστέρι
ν᾿ ἀνασαίνῃ βαθιὰ τ᾿ ὅλο κέδρον ἀγέρι.

Κ᾿ ἀφοῦ λίγο σταθῇς καὶ τὸ σπίτι γεμίσῃ
τὸν καλό σου τὸν ἤσκιο, Πατέρα κι᾿ Ἀφέντη,
ἡ ἀκριβή σου νὰ βγάνῃ νερὸ νὰ σοῦ χύσῃ,
ὁ ἀνυπόμονος δεῖπνος μὲ γέλια ν᾿ ἀρχίσῃ.

Κι᾿ ὁ κατόχρονος θάνατος θἄφτανε μέλι
καὶ πολλὴ φύτρα θ᾿ ἄφηνες τέκνα κι᾿ ἀγγόνια
καθενοῦ καὶ κοπάδι, χωράφια κι᾿ ἀμπέλι,
τ᾿ ἀργαστήρι ἐκεινοῦ, ποὺ τὴν τέχνη σου θέλει.
Κατεβάζω στὰ μάτια τὴ μάβρην ὀμπόλια,
γιὰ νὰ πάψη κι᾿ ὁ νοῦς μὲ τὰ μάτια νὰ βλέπῃ. . .

Ξεφαντώνουν τ᾿ ἀηδόνια στὰ γύρω περβόλια,
λεϊμονιᾶς σὲ κυκλώνει λεφτὴ μοσκοβόλια.

Φεύγεις πάνου στὴν ἄνοιξη, γιέ μου, καλέ μου,
ἄνοιξή μου γλυκιά, γυρισμὸ ποὺ δὲν ἔχεις.
Ἡ ὀμορφιά σου βασίλεψε κίτρινη, γιέ μου,
δὲ μιλᾷς, δὲν κοιτᾷς, πῶς μαδιέμαι, γλυκέ μου!

Καθὼς κλαίει, σὰν τῆς παίρνουν τὸ τέκνο, ἡ δαμάλα,
ξεφωνίζω καὶ νόημα δὲν ἔχουν τὰ λόγια.

Στύλωσέ μου τὰ δυό σου τὰ μάτια μεγάλα.
Τρέχουν αἷμα τ᾿ ἀστήθια, ποὺ βύζαξες γάλα.
Πῶς ἀδύναμη στάθηκε, τόσο ἡ καρδιά σου
στὰ λαμπρὰ Γεροσύλυμα Καίσαρας νὰ μπῇς!

Ἂν τὰ πλήθη ἀλαλάζανε ξώφρενα (ἀλιά σου!)
δὲν ἤξεραν ἀκόμα οὔτε ποιὸ τ᾿ ὄνομά σου!
Κεῖ στὸ πλάγι δαγκάναν οἱ ὀχτροί σου τὰ χείλη. . .

Δολερὰ ξεσηκώσανε τ᾿ ἄγνωμα πλήθη
κι᾿ ὅσο ὁ γήλιος νὰ πέσῃ καὶ νἄρθῃ τὸ δείλι,
τὸ σταυρό σου καρφώσαν οἱ ὀχτροί σου κι᾿ οἱ φίλοι.
Μὰ γιατί νὰ σταθῇς νὰ σὲ πιάσουν! Κι᾿ ἀκόμα
σὰ ρωτήσανε: «Ποιὸς ὁ Χριστός;» τί ῾πες «Νά με!»
Ἄχ! δὲν ξέρει τί λέει τὸ πικρό μου τὸ στόμα!
Τριάντα χρόνια, παιδί μου, δὲ σ᾿ ἔμαθ᾿ ἀκόμα!

"ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΜΕ ΠΑΣΧΑΛΙΕΣ"

"O άνθρωπος πρέπει κάθε μέρα ν᾽ακούει ένα γλυκό τραγούδι, να διαβάζει ένα ωραίο ποίημα, να βλέπει μια ωραία εικόνα και, αν είναι δυνατόν, να διατυπώνει μερικές ιδέες. Αλλιώτικα χάνει το αίσθημα του καλού και την τάση προς αυτό...". Γκαίτε.

Πασχαλιές !!! Τα εύθραυστα και γλυκύτατα αυτά λουλούδια της Άνοιξης, τα οποία στην Ορθοδοξία έχουν συνδεθεί με την περίοδο του Πάσχα.


Arthur Hughes, Η κυρία με τις πασχαλιές. 1863. Μουσείο Τέχνης του Οντάριο.


J. Tissot, Tο μπουκέτο με τις πασχαλιές. 1875. Ιδιωτική Συλλογή.

Και ένα ποίημα για την πασχαλιά από τον Ρώμο Φιλύρα
Ρώμος Φιλύρας, Πασχαλιά

Λιλά, και σαν το φραγκοστάφυλο, απαλόχρωμη,
ανθίζεις στης  Ανάστασης, το δείλι,
δειλή, μημουαπτική, σεμνή κι ανέγγιχτη
μόλις ονειρευτή, από ένα χείλι.

Ανθίζεις με τα στρογγυλά λουλούδια σου,
σαν αυγουλάκια, κόκκινα και μπλάβα
τονίζοντας, μες στ' άνθη, τα τραγούδια σου,
των τόνων σου, την έβδομην, οχτάβα
12.4.1940{Δημοσ.: 29.4.1940}

Βλ. Ρώμος Φιλύρας Ποιήματα Άπαντα τα ευρεθέντα (Φιλολογική επιμέλεια Χ. Λ. Καράογλου-Αμαλία Ξυνογαλά), Universtity Studio Press, Θεσσαλονίκη 2013, σ. 365.



Pierre Auguste Renoir, Γυναίκα με πασχαλιές. 1877. Ιδιωτική Συλλογή.


Hans Fr. Gude, Νεαρή γυναίκα με πασχαλιά. 1897. Ιδιωτική Συλλογή.

Τετάρτη 7 Μαρτίου 2018

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ:"ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΜΕ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ ΣΤΟ ΧΕΡΙ"



Το θυμότανε. Πάντα. Δυνατά. Τις μέρες και τις νύχτες. Σαν «όνειρο», σα μοσκοβολιά, κι έλεγε…—το ’λεγε όλες τις στιγμές, και το παράγγελνε με πάθος στον εαυτό του— αν γλύτωνε, αν ξανανέβαινε στο φως, να ψάξει, να. κοσκινίσει όλον τον κόσμο, ώσπου να την βρει— όποια κι αν ήταν, όπως κι αν την έλεγαν…—και να σκάψει να της φιλήσει τα χέρια, να την γεμίσει με δακρυσμένα «ευχαριστώ».

Εκεί μέσα που τον έθαψαν, που τον είχαν σα λείψανο ριγμένο, λαχτάρισε και δίψασε. Δίψασε για ένα σημαδάκι χλόη, για μια σταλίτσα του απάνω κόσμου. Ένα γέλιο μικρού παιδιού ή ένα τζιτζίκι… Κάτι που να μη θυμίζει αυτόν τον μουχλιασμένο και πνιγερό τάφο.

Εκεί κάτου τα ’χε ξεχάσει όλα. Το χρώμα του κόσμου, τη μέρα. Τί χρώμα είχε, αλήθεια, η μέρα; Ήταν γαλάζια; ή άσπρη;… Γιατί εδώ τα μάτια του ήταν άχρηστα, περιττά .Εδώ ζούσε μόνο με τ’ αφτιά και τα δάχτυλα. Την πρώτη μέρα που τον κατέβασαν είχε μαζί του και τη μύτη του μα ύστερα την έχασε. Τον έπιασε καταρροή κι ανόστησαν όλα. Πρόφτασε μονάχα να μυριστεί ότι βρωμούσε βαριά κι ανυπόφορα εκεί μέσα… Κάτι σαν υπόνομος σαν λάκκος ψοφιμιών. Ότι βούιζε σα βαθύ πιθάρι. Ύστερα όλα μπερδεύτηκαν. Το σκοτάδι τα κατάπιε και τ’ αφάνισε όλα. Κάπως έτσι θα ’πρεπε να ’ναι στον άδη. Έτσι άχαρα, έτσι στυφά. Μόνο πού τώρα πρέπει να του πάρουν αυτό τ’ όνομα, και να τον λένε «Απομόνωση». Θα του ταιριάζει περισσότερο.

Είχε μια πίκρα, που την έφερε μαζί του απ’ έξω. Ότι δεν πρόφτασε να δει το φεγγάρι. Το σπίτι πού κρυβότανε ήταν παράμερο, σε μια γούβα, με τα παράθυρα πάντα κλειστά, πάντα, μέρα και νύχτα.

Ά… το φεγγάρι… Έπρεπε να είχε προφτάσει να το δει. Όμορφα είναι και με τον ήλιο,

—ά ναι….

—και μ’ αυτόν, είναι πολύ όμορφα. Μα με το φεγγάρι… Μ’ αυτό είναι αλλιώτικα. Ο κόσμος γίνεται μαγευτικός, σαν παραμυθένιος. Σκέτου… Αυτός κι εκ ε ί ν η —το Ολγάκι-—με το φεγγάρι. Βράδυ αττικό. Και το φλύαρο ζεστό χεράκι της χωμένο στο δικό του. Το Ολγάκι… Ακουμπισμένο απάνω του σφιχτά στο ξύλινο καναπεδάκι. Κι από πάνω η ακακία με το φεγγάρι μπλεγμένο στα κλαριά της. «Ολγάκι… κόψε μου κείνο το χρυσό μήλο» —«Κλείσε τα μάτια να στο κόψω…». Το μάγουλό της, τρυφερό, μεταξένιο, τριβότανε μ’ ένα μικρό θρόισμα απάνω του. «’Ώ, τι γλυκό και μοσχοβολημένο φεγγάρι…».



Τώρα που να είναι, τι να κάνει; Το Ολγάκι…

Ήταν τρυφερό, το μόνο τρυφερό συναπάντημα της ζωής του. Μικρό… ολομόναχο. Ανίδεο απ’ τη ζωή και τις παγίδες της. Γελούσε σα φρεσκοκομμένο ρόδι και δεν έβλεπε τους λύκους πού ακόνιζαν γύρω της τα δόντια τους. Το είχε ανταμώσει λίγο πριν απ’ το γκρεμό και τ’ άρπαξε και το ‘σφιξε πάνω στο τίμιο στήθος του. Και το καλόπιασε. Κείνη ακούμπησε στο μπράτσο του και πάτησε θαρρετά.

Μα αν γλύτωσε το Ολγάκι απ’ το γκρεμό κι απ’ τα δόντια των λύκων, άλλος γκρεμός, ένας αληθινός τάφος, ανοίχτηκε για τον ίδιο. Άλλοι λύκοι άρχισαν να μυρίζουν τα δικά του τα βήματα. Το κατάλαβε στην ώρα. Και της το ’πε —κείνη έτρεμε…

—Ξέρεις, Ολγάκι. Το καταλαβαίνω, πως η ανάσα μου εδώ πάνου θα είναι λίγη. Μια μέρα θα με σύρουν σα φονιά, ναι, εμένα. Θα μου ζητήσουν να πατήσω το ψωμί μου. Να παραδώσω τούς συντρόφους μου. Να βρίσω το δίκιο του νηστικού. Να πω ήμαρτον για όλα πού αγάπησα. Κι εγώ θα πω «όχι». Και τότε, Ολγάκι ,—δεν έχουμε καιρό να στο εξηγήσω γ ι α τ ί —τότε μπορεί και να με κρεμάσουν ανάποδα, ή να με θλίψουν ζωντανό. Και να με κρατούν, κρεμασμένο ή θαμμένο, ώσπου να πίσω και ν’ απαρνηθώ. Τότε, Ολγάκι, θα μείνεις ολομόναχο. Και πρέπει να σφίξεις τα δόντια σου. Παντού παραμονεύουνε λύκοι δαμασμένοι για πλάσματα σαν και σένα. Πρέπει να σφάζεις τα δόντια και να περιμένεις ώσπου να με ξεθάψουν —γιατί κάποτε θα με ξεθάψουνε. Θα κουραστούνε και θα με ξεθάψουνε. Τότε θα μου ξαναδώσεις πάλι να σφίξω το χεράκι σου… και δεν θα τ’ αφήσω πια ποτέ.

Που να είναι άραγε τώρα το μικρό του, το ολόμικρό του Ολγάκι;…

Εδώ κάτου όλα ήταν μαύρα σαν κατράμι. Όλα σκεπασμένα με νύχτα πηχτή. Μπερδεμένα τα μερόνυχτα. Σμιγμένη η νύχτα με τη μέρα σε μια μόνη νύχτα χωρίς σύνορα. Είχε πάψει πια να μετράει, γιατί από πού ν’ αρχίσει; Με τί να μετρήσει; Εδώ ήταν όλα ένα μονοκόμματο σκοτάδι. Οι ώρες, τα λεπτά, οι μήνες και τα χρόνια. Τα ρολόγια και τα καλαντάρια, ήταν γι’ αυτούς πού ζουν στο ξέφωτο του κόσμου, πού έχουν τα μάτια, και πού τους χρειάζονται τα μάτια. Εδώ «ζω» θα πει ψ η λ α φ ώ.

Έτσι σερνόταν αυτή η άσωτη μαυρίλα, έτσι λίμναζε αυτή η ασήκωτη πίσσα πού απάνω τη λένε χ ρ ό ν ο. Κι έτσι θα σερνόταν, κι έτσι θα λίμναζε… αν…

Αν δεν γινότανε αυτό το θαμπωτικό και πρωτάκουστο, αν κάποτε, ξάφνου δεν γινόταν φ ώ ς. Τί ήταν; Από πού ξεκίνησε; Τί ζητούσε;… Δεν ήξερε. Η αλήθεια είναι ότι έγινε, ότι κάποτε —μέσα στα βαθιά έγκατα —έπεσε φως. Μόλις το είδε, έτριψε καλά τα μάτια του, κούνησε το μυαλό του, μην ήταν ψέμα, μην τον περιπαίζανε τα όνειρα. Όχι. Ήταν αλήθεια! Σύρτηκε με τα τέσσερα και κόλλησε τα μάτια του στην τρυπούλα του κελιού.



Ήταν φώς! Ή ζωή ήταν ακόμη στη θέση της! Μα δεν πρόφτασε να χαρεί. Χοντρά βήματα ακούστηκαν ξοπίσω της. Και μ’ όλο του το σάστισμα μπόρεσε να ξεχωρίσει τη βαριά σιλουέτα του Σβάρτς, του βασανιστή και του σκυλάνθρωπου, που δέκα ολάκερα μερόνυχτα τον παίδευε, πριν τον θάψει εδώ μέσα. Ναι, ήταν αυτός. Μα που την πήγαινε την άγνωστη με το φεγγάρι; Δεν πρόφτασε να την μελετήσει καλά, είχε μόνο ξεχωρίσει τα μαλλιά της —χρυσά πίσω απ’ το φως, και το μπόι της, αρκετά ψηλό. Τίποτε’ άλλο. Τα βήματα πέρασαν κι έσβησαν.

Κάθισε να τρίβει τα μάτια του. Ήταν φως; Ήταν αλήθεια; Ό κόσμος πέρασε από δίπλα του γρήγορος σαν αστραπή, και χάθηκε πίσω απ’ το διάδρομο. Έχωσε τό κεφάλι του μες’ στα μπράτσα κι απόμεινε κει. Πέρασαν ώρες, δε θυμόταν πόσες. Σίγουρα. Δεν ήταν αληθινό ότι έτρεξε. Του φάνηκε.

‘Όλα τα ’φερε ό πυρετός. Ό πυρετός απ’ τις κακοφορμισμένες πληγές του.

Έτσι θα ήταν. Κρίμα…

Κοιμόταν. Τον είχε κλεφτοπάρει έτσι κουλουριασμένος, όπως έμενε. Μπορεί να ονειρεύτηκε κιόλα. Ένα όνειρο γεμάτο φεγγάρια, φεγγάρια και κορίτσια. Ένα παγκάκι μια ακακία… Μα τί ’ταν αυτό; Σήκωσε το κεφάλι του.

Το φεγγάρι. Το κορίτσι με το φεγγάρι ξαναπερνούσε. Όχι, δεν ήταν όνειρο. . · Δεν ήταν ψέμα · . Αχ. . · εξαίσιο πέρασμα. . . χαμόγελο της ζωής. Υπάρχεις λοιπόν; Κι εσύ γυναίκα, όποια κι αν είσαι, να ’σαι ευλογημένη. Αφού υπάρχει το φως όλα υπάρχουν. Τώρα μπορεί να κυλήσει όσο μαύρος χείμαρρος θέλει. Ή ζωή υπήρχε! Και τον περίμενε.

Τότε ορκίστηκε. Αν ζούσε, αν ανέβαινε στο ως, να ψάξει, να την βρει, και να την βρει, και να την προσκυνήσει, όποια κι αν ήταν, όπως κι αν την έλεγαν. Γιατί τον δυνάμωνε, γιατί κατέβηκε στα τάρταρα, για να του φέρει το φώς, και την εγκαρτέρηση.

Έτσι το θυμόταν: Δυνατά, επίμονα, με πάθος… Όλον τον κατοπινό καιρό, όσος ήταν. Τον όρκο του τον είχε βάψει στις πληγές του. Το θυμόταν κι όταν σύρθηκαν οι βαρείες άλυσσίδες —γιατί κάποτε οι αλυσίδες σύρτηκαν —και τον πέταξαν ξανά στο φώς. Θυμόταν και τα λόγια που αλλάξανε ξοπίσω του οι φύλακες. «Μπορείς απ’ την πέτρα την ξερή να βγάλεις νερό, απ’ αυτόν δεν βγάζεις λέξη».

Δίπλα στο Ιεροξεταστήριο ήταν ένα καφενεδάκι. Κάθισε στην πρώτη καρέκλα πού σκόνταψε. Κάθισε, γιατί δεν μπορούσε ούτε να δει, ούτε να σκεφτεί, ούτε να περπατήσει. Ακόμα ψηλαφούσε… Ήρθε ένας μεσόκοπος άντρας και στάθηκε από πάνω του.

— Από κάτω έρχεσαι;… του λέει με πονετική φωνή. Φαίνεσαι. Είσαι σα χάσες. Να σου φέρω ένα καφεδάκι, παιδί μου, να στυλωθείς;

— Πόσον καιρό έχω; τον ρωτά.

— Πού να ξέρω… Πότε σε πιάσανε; πι μου και θα το βρούμε.

— Αρχές ’Απρίλη.

— Χμ… Σήμερα έχουμε τέλη του Νοέμβρη.

— Τέλη του Νοέμβρη;…

Εφτά μήνες. . . Εφτά ολοστρόγγυλους μήνες. . . Μόνο με ψωμί. . . Νερό και ψωμί, πού του το πετούσαν αμίλητοι απ’ την τρυπίτσα. Αμίλητοι, για να μην ακονίσει ανθρώπινη μιλιά, κι αναθαρρήσει…

Ο καφετζής ξαναγύρισε με το δίσκο.

— Πάρε, παιδί μου. Κι απόθεσε τον καφέ.

Δεν τον πρόσεξε. ’Έπεσε πάνω στο νερό με χαχανητό.

—Μπάρμπα… του λέει. Και γαντζώνει πάνω στο ρούχο του. Μπάρμπα, οποίος κι αν είσαι. Έκανα έναν όρκο εκεί κάτω. Και θέλω τώρα πού βγήκα να τον ξεπληρώσω…

— Ποιόν παιδί μου; Λέγε…

— Κάποτε… δεν ξέρω πότε. Μα μια μέρα…—ή μια νύχτα…, δεν θυμάμαι —εκεί κάτω έγινε φώς. Ένα κορίτσι…

— Άσε, ξέρω.

— Ξέρεις;

—- Ναι, άσε, ξέρω… Να, εκειδά στο στενάκι κάθεται. Τη βλέπεις κείνη την πόρτα την κανελιά με το χερούλι; Έ, κει κάθεται.

— Ποιος; Το κορίτσι;

— Το κορίτσι. Δώσε στην πόρτα χτυπησιές και θα σ’ ανοίξουνε. Το ξέρω το κορίτσι. Είναι το τελευταίο κελεπούρι του Σβάρτς. Έχει καναδυό μήνες πού το σπίτωσε.

— Του Σάρτς;… Κάνει σαστισμένος. Και καλά, γιατί ο κύριος δεν πηγαίνει εκεί; Γιατί την κατεβάζει στο μαύρο κόσμο, κάτου στα έγκατα της Γής;

— Άπιαστος κόσμος, παιδί μου, χαλασμένος, πώς το λένε… Άσε, είναι ιδιότροπος, διαστρεμμένος, βίδα… πώς το λένε;

— Άσε, μπάρμπα, κατάλαβα. Στην κανελιά πόρτα είπες; ’Άσε, κατάλαβα. Γεια σου…

Έχωσε τη σκούφια του βαθιά κι έφυγε. Παραπατούσε σα μεθυσμένος. Σερνόταν τοίχο-τοίχο, ώσπου έφτασε στο χερούλι της καφετιάς πόρτας και κρεμάστηκε απάνω του. Ένα ξεπλυμένο μούτρο χάραξε την πόρτα και τον κοίταξε στυφά-στυφά.

— Πάαινε παρακάτω, χριστιανέ μου… Δεν έχει…

— Τί;

— Δεν έχουμε λιανά.

Έπιασε με δύναμη την πόρτα και την έσπρωξε μέσα.

— Λιανά;… Λιανά είπες; Για ποιόν λοιπόν με πέρασες;

Η γριά τον μέτρησε φοβισμένη.

— Καλά… Κόπιασε. Μα τι ορίζεις;

— Θέλω… (Σταμάτησε. Τι ήθελε;… Σκούπισε τον Ιδρώτα του). Θέλω τη… (Μα πώς την έλεγαν;). Θέλω.. Θέλω τη… την «άπαυτή»… τη λεγάμενη του Σβάρτς.

— ..Χμ… Xμ… κάνει η γριά και ξερογλείφεται. Δεν είναι για τα δοντάκια σου, καψερέ μου. Πάαινε.

— Όχι. γιαγιά. Όχι, να μη χαρώ τα μάτια μου. Δεν…

— Πάαινε… πάαινε… Δεν είναι για κανέναν. Μη βλέπεις με. κείνον. Έχει το λόγο της. Ποιόν λόγο;… Κείνη ξέρει. Κάτι, λέει, της έταξε… Δεν είναι της «δουλειάς» το κορίτσι, μάτια μου. Τράβα.

— Γιαγιά… κάνει και της σταυρώνει τα χέρια. Δεν με κατάλαβες. Δεν με νοιάζει ποιανού είναι και τί κάνει. Εγώ θέλω μόνο να τη δα. Τίποτα άλλο. Μόνο να τη δα.

— Να τη δεις; Άλλο και τούτο! Και γιατί;

Κείνη την ώρα ακούστηκαν ξοπίσω βήματα.

— Να… πες τα στην ίδια… λέει η γριά. Άκου, Όλγα, κορίτσι μου.

Στράφηκε. Κοντά του ήταν ένα τραπέζι…

— Τί είναι, γιαγιά; ρώτησε το κορίτσι.

Τότε έγινε κάτι σα σεισμός. Μα αυτός ωστόσο δεν έπεσε. Στάθηκε αντίκρυ της σαν κέρινη σκιά… (Το μικρό του πάναγνο Ολγάκι…).

Κείνη έπαιξε με δύναμη τα μάτια. Ύστερα τα ’κλείσε και περίμενε τα νύχια του. Δεν έγινε… Ό άνθρωπος πού στεκότανε αντίκρυ της έβγαλε αργά-αργά το σκούφο του και γονάτισε. Κείνη έπεσε στα χέρια της γριάς. Κάτι ζεστό άγγιξε το μέτωπό της… Ένα ζεστό στόμα πέρασε σιγά, λεπτά, με ευλάβεια απ’ τα μαλλιά της… Κι ύστερα ξεμάκρυνε…

Άνοιξε τα μάτια της. Ο άνθρωπος με το φιλί έφευγε. Κι ή τραγιάσκα του… ήταν ακόμη κρεμασμένη απ’ το χέρι… Της ήρθε να φωνάξει. Να τρέξει ξοπίσω του, να τον προφτάσει…, μα τα πόδια της ήταν κολλημένα. Ήθελε να τού φωνάξει. Να περιμένει. Να δεις πώς θα πέφτει, και πώς θα φιλεί ένα-ένα τα βήματά του… μα κείνος είχε ξεμακρύνει. ’Ακούστηκε να κλείνει ξοπίσω του η πόρτα.

Και τότε… Τότε κατάλαβε…—κι έμπηξε φωνή —κατάλαβε… πώς στον τάφο πού κατέβηκε για να τον βγάλει, έμεινε για πάντα θαμμένη η ίδια…

Μενέλαος Λουντέμης – Από τη συλλογή διηγημάτων: «Αυτοί που φέρανε την καταχνιά»
Αντικλείδι , http://antikleidi.com

"ΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΦΥΛΑΚΗ ΤΗΣ ΣΚΕΨΗΣ, ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ,ΤΗΣ ΜΟΡΦΩΣΗΣ Ή ΠΗΓΗ ΌΠΟΥ ΡΕΕΙ ΑΚΑΤΑΠΑΥΣΤΑ Η ΦΙΛΟΚΑΘΕΙΑ ΚΑΙ Η ΜΑΘΗΣΗ;



Ο Bernie Trilling τονίζει την αναγκαιότητα δημιουργίας Σχολείων του Μέλλοντος, καθώς οι μαθητές που ξεκινούν το σχολείο σήμερα, θα πρέπει να προετοιμαστούν για έναν πολύ διαφορετικό κόσμο είκοσι χρόνια μετά.

Μέσα από τη νέα εξίσωση της μάθησης παρουσιάζει τις κύριες μαθησιακές δεξιότητες που απαιτούνται στην Κοινωνία της Γνώσης: «3Rs X 7Cs = 21stCentury Learning».

Η εξίσωση, όπως διατυπώθηκε από τον Trilling, αναφέρεται στις τρεις βασικές ικανότητες: της ανάγνωσης, της γραφής και της αρίθμησης (3Rs) και
στις απαραίτητες δεξιότητες του 21ου αιώνα, που είναι:
Κριτική Σκέψη και Δράση
Δημιουργικότητα
Συνεργασία
Διαπολιτισμική Κατανόηση
Επικοινωνία
Γνώση Η/Υ
Επαγγελματική & Μαθησιακή Αυτοδυναμία

Το σχολείο του παρόντος δεν προηγείται της εποχής του, ούτε συμβαδίζει με αυτή. Έμεινε πίσω. Έτσι, οι μαθητές, μέσα από το σχολείο μαθαίνουν να λειτουργούν με δεδομένες στρατηγικές, με δογματικά μοντέλα ή με προτάσεις που βασίζονται στην απομνημόνευση κυρίως και ελάχιστα στην επεξεργασία. Είναι σε θέση να μπορούν να ανακαλούν κανόνες και να χρησιμοποιούν την κοινή επιστημονική γνώση για να συνάγουν ή να αξιολογήσουν συμπεράσματα, να λύνουν προβλήματα με μικρό αριθμό βημάτων επεξεργασίας, αλλά μέχρι εκεί.

Ακόμη και σήμερα το σχολείο με τις συντηρητικές μεθόδους, τα σφιχτά προγράμματα, τις εξετάσεις, τις συσσωρευμένες γνώσεις μέσα από κλειστά και δογματικά σχολικά εγχειρίδια και τέλος τη διδασκαλία-διαδικασία της «μεταφύτευσης» μοιάζει περισσότερο με φυλακή της σκέψης, της γνώσης, της μόρφωσης παρά με πηγή όπου ρέει ακατάπαυστα η φιλομάθεια και η μάθηση.

Ένα σχολείο που παρέχει εξειδικευμένη εκπαίδευση, ικανή να ανταπεξέλθει στις τεχνικές και οικονομικές απαιτήσεις των καιρών, ένα σχολείο «εργαλειακής» γνώσης, δεν παρέχει παιδεία που είναι κάτι παραπάνω από την αφυδατωμένη εκπαίδευση, γιατί η παιδεία έχει επιπλέον το άρωμα της ψυχικής και πνευματικής ανάτασης. Εκπαίδευση επιδέχεται και ένας σκύλος, παιδεία όμως όχι. Το χαρακτηριστικό είναι η εγκατάλειψη της γενικής παιδείας και η επαγγελματοποίηση της εκπαίδευσης. Στον βωμό της παγκοσμιοποίησης πολιτιστικές αξίες ισοπεδώνονται, μακραίωνες παραδόσεις καταπατούνται, η γλώσσα και η παιδεία θεωρούνται όργανα ή μέσα που θα βοηθήσουν στην ομοιογένεια. Επικρατεί η τυποποίηση των πάντων.

Η μόδα που αντικαθιστά την κουλτούρα, η διαφήμιση και τα Μ.Μ.Ε. αντικαθιστώντας εν μέρει το σχολείο, μαθαίνουν από νωρίς τον πολίτη- καταναλωτή-ψηφοφόρο τον ρόλο που θα παίζει σε όλη του τη ζωή. Άνθρωπος «ελεύθερος», χωρίς πνευματική ελευθερία, άνθρωπος του «πλανητικού χωριού».

Η θεσμοθετημένη σχολική εκπαίδευση οδηγεί στην αδράνεια της σκέψης, αντί στην ενεργοποίησή της. Το σχολείο ως εκπαιδευτικός µηχανισµός επιζητούσε πάντα τη συµµόρφωση, την υποταγή, την πειθαρχία. Σύμφωνα με αυτό, οι μαθητές πρέπει πρώτα να προσαρμοστούν, ν’ αποδεχτούν τους κανόνες του οριοθετημένου πεδίου, να δράσουν και να δημιουργήσουν στα κοινωνικά προδιεγραµµένα πλαίσια, έτσι ώστε να εξασφαλίσουν την παραμονή τους στο σύστημα. Κανένα σύστημα δε θέλει να διαλυθεί και όποιος είναι αντίθετος με αυτό, έστω και αιτιολογημένα, απορρίπτεται.

Και ο νέος αντιδρά γιατί, σήμερα, ενώ οραματίζεται έναν κόσμο γεμάτο ισότητα και δικαιοσύνη, αντικρίζει έναν κόσμο κοινωνικών ανισοτήτων, διακρίσεων, αναξιοκρατικό, με έντονη τη διεύρυνση του χάσματος μεταξύ φτωχών και πλουσίων, ευδαιμονισμού και λατρείας του χρήματος και δε μπορεί να αποδεχθεί τελικά την πολυπλοκότητα της σημερινής κοινωνίας, δεν μπορεί να αντιληφθεί ότι έχει μείνει χωρίς όραμα, χωρίς ιδανικά.

Η κυριαρχία της εκπαίδευσης σε βάρος της παιδείας είναι που γέννησε όλα αυτά.

Το αποτέλεσμα είναι, ο νέος να οδηγείται στην απομόνωση, να είναι ευάλωτος και χωρίς καμιά αντίσταση στο σχολείο του σήμερα, το οποίο δεν είναι τίποτε άλλο από την κακή εξαλλαγή του παραδοσιακού. Δηλαδή σχολείο, «παραγωγής» μονομερών ανθρώπων, οι οποίοι καταλήγουν στην απόλυτη εξειδίκευση, με την υψηλή τεχνική και επαγγελματική κατάρτιση. Είναι όμως άνθρωποι με περιορισμένη φαντασία και με προδιαγεγραμμένα πνευματικά και ψυχικά όρια.

Στόχος του σχολείου αντιθέτως, θα έπρεπε να είναι η ποιότητα της γνώσης και η κριτική σκέψη, έτσι ώστε το άτομο να μπορεί να καλλιεργεί και να αναπτύσσει τις πνευματικές και ψυχικές του δυνάμεις, από την ημέρα που γεννιέται ως το τέλος του βίου του. Στόχος θα έπρεπε να είναι να μη χαθεί η άμιλλα, που εμπεριέχει την έννοια του ήθους, ούτε αυτή να αντικατασταθεί από τη σκληρή ανταγωνιστικότητα, η οποία έχει κανόνες αλλά δεν έχει ήθος.

Κάθε νεαρό άτομο χρειάζεται τις βασικές γνώσεις. Χρειάζεται όμως, ακόμα περισσότερα: δεξιότητες και κίνητρα τα οποία έχουν κρίσιμη σημασία.
«Οι νέοι που είναι εσωτερικά κινητοποιημένοι, (περίεργοι, επίμονοι, πρόθυμοι να ρισκάρουν) θα μαθαίνουν νέες γνώσεις και δεξιότητες συνεχώς. Θα μπορούν να βρίσκουν νέες ευκαιρίες ή να δημιουργούν δικές τους -κάτι όλο και πιο σημαντικό- καθώς οι παραδοσιακές σταδιοδρομίες θα εξαφανίζονται» (Τόνι Γουάγκνερ, 2012).

Οι αληθινά δημιουργικοί άνθρωποι, οι πρωτοπόροι επιστήμονες, οι καλλιτέχνες, ακόμη και οι επιχειρηματίες, κατάφεραν ό,τι κατάφεραν γιατί διατήρησαν εφʼ όρου ζωής μία παιγνιώδη διάθεση που είναι η μητέρα του ενθουσιασμού, της περιέργειας, της αναζήτησης, της ανεξαρτησίας και της δημιουργικότητας.

Ο Ken Robibson επιμένει ότι το σημερινό σχολείο το συνέλαβαν, το σχεδίασαν και το οικοδόμησαν για μια διαφορετική εποχή και μέσα στις ανάγκες της βιομηχανικής επανάστασης. Ο ίδιος εισηγείται ότι για να συμμετάσχουν τα παιδιά στη διδασκαλία και να επιτύχει το μάθημα, θα πρέπει η εκπαίδευση να αναπτυχθεί σε τρία μέτωπα:
να ενθαρρύνει την εξατομικευμένη μαθησιακή διαδικασία.
να προωθεί την περιέργεια του μαθητή μέσω της δημιουργικής διδασκαλίας.
να επικεντρωθεί στην αφύπνιση της δημιουργικότητας μέσω εναλλακτικών διδακτικών διαδικασιών που έχουν λιγότερη έμφαση στην τυποποίηση των εξετάσεων.

Με άλλα λόγια, ένα σχολείο κοντά στα παιδιά, ένα σχολείο που το παιδί προβληματίζεται, σκέφτεται, δημιουργεί. Ένα δημιουργικό σχολείο.

Στο δημιουργικό συνεργατικό σχολείο συνυπάρχει η μάθηση με το παιχνίδι. Η ζωή στην τάξη εξισορροπεί μέχρι ένα βαθμό την έλλειψη παιχνιδιού έξω από αυτήν. Η συμμετοχική διδασκαλία προκαλεί στο παιδί την ίδια ευχαρίστηση που προκαλεί το παιχνίδι. Λειτουργούν οι ίδιοι νευροχημικοί μηχανισμοί.

Το παιδί έχει μεγάλη φαντασία και ακόμη μεγαλύτερη εφευρετικότητα. Μάλιστα το τελευταίο είναι κάτι στο οποίο αρέσκεται ιδιαίτερα. Ας το ωθήσουμε και ας το βοηθήσουμε ν’ ανακαλύψει τις γνώσεις. Να χρησιμοποιήσει τη φαντασία του, να γίνει καθημερινός εξερευνητής. Ν’ αποκομίζει από τη διαδικασία της μάθησης την ίδια χαρά και ικανοποίηση που αποκομίζει από το παιχνίδι.

Το συνεργατικό δημιουργικό σχολείο είναι το σχολείο που αναδεικνύει τα ταλέντα και τις ικανότητες όλων των παιδιών, τόσο των ικανών, όσο και των αδύνατων μαθητών. Αναδεικνύει παιδιά που γράφουν και μιλούν ορθά, αλλά και αυτά που εκφράζονται αμήχανα, αυτά που είναι οργανωμένα αλλά και τα αφηρημένα, τα ονειροπόλα, τα κοινωνικά αλλά και τα στοχαστικά, τα επιδέξια αλλά και τα αδέξια.

Η επαγωγική-διερευνητική διδασκαλία, η δραστηριοποίηση του συναισθήματος και των γνωστικών λειτουργιών, η άνεση χρόνου, η αποδοχή της διαφορετικότητας, η προώθηση της παρατήρησης είναι μερικά μόνο από αυτά που χαρακτηρίζουν ένα μαθησιακό περιβάλλον που προωθεί τη δημιουργική σκέψη. Πόσο σημαντικό αλήθεια είναι το σχολείο μας σήμερα να επιτρέπει τα «λάθη» και να δουλεύει σε αυτά, να χρησιμοποιεί προβλήματα από την πραγματική ζωή, να δίνει έμφαση στη διαδικασία, παρά στο αποτέλεσμα.

Το «Αειφόρο Σχολείο», στην έννοια του οποίου ανήκει το δημιουργικό-συνεργατικό σχολείο, έχει ενσωματώσει την ιδέα και τις αξίες της αειφορίας σε κάθε πλευρά της ζωής του, δηλαδή στη διοίκηση, στη μαθησιακή διαδικασία, στη διαχείριση των κτηρίων, στις μετακινήσεις από και προς το σχολείο, στις σχέσεις του σχολείου με την ευρύτερη τοπική κοινότητα. Ένας χώρος «ανοιχτός» και «ποιοτικός», ένα πλαίσιο επικοινωνίας και ζωής από το οποίο θα απορρέει μια διάσταση ενεργούς μάθησης, μια πρακτική αξιοποίηση του πλήθους των πληροφοριών και των γνώσεων που κατακλύζουν.

Σε επέκταση του δημιουργικού συνεργατικού σχολείου, τα κοινοτικά σχολεία που μεταμορφώνονται σε χώρους όπου μαθητές, εκπαιδευτικοί, γονείς και κοινωνικοί φορείς δημιουργούν σχέσεις αλληλεπιδρώντας. Σχέσεις που αναπτύσσονται στα πλαίσια αμοιβαιότητας, συλλογικότητας και αλληλεγγύης. Μέσω των ποικίλων συμπεριληπτικών εκπαιδευτικών και κοινωνικών τους δράσεων και παρεμβάσεων συμβάλλουν σημαντικά στην ψυχική υγεία και ευεξία των μαθητών, των οικογενειών τους και των μελών της ευρύτερης τοπικής κοινότητας. Τα παιδιά έτσι αποκτούν εμπειρίες, γνώσεις και δεξιότητες και έξω από τον χώρο της σχολείου.

Ας δώσουμε σε κάθε παιδί, μέσα από ένα σχολείο για όλα τα παιδιά, την ευκαιρία να γυρέψει ένα καινούριο «εμείς». Την ευκαιρία να γίνουν όλοι μαζί ο άνεμος και το καράβι, οι ναύτες και οι καπεταναίοι του εαυτού τους.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Παππά, Ά. (2005). Μαθαίνοντας πώς να μαθαίνω- από την ευέλικτη ώρα στο ευέλικτο σχολείο. Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Φυλάτος.
Παππά, Ά. (2016). Ο αληθινός δάσκαλος. Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Φυλάτος.
Σιδηρόπουλος, Δ. (2016). Κοινοτικά σχολεία στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής και στην Αυστραλία: συμβολή στην ψυχική υγεία και ευεξία των μαθητών, των οικογενειών τους και των μελών της τοπικής κοινότητας. ΕΡΚΥΝΑ Επιθεώρηση Εκπαιδευτικών- Επιστημονικών Θεμάτων. 11:187-201.
Trilling, B. & Fadel, C. (2009). 21st Century Skills: Learning for Life in Our Times. San Francisco: Jossey-Bass.
Wagner, T. (2012). Creating Innovators: The Making of Young People Who Will Change the World. New York: Scribner.
Το διάβασα στο pappanna.wordpress.com

Παρασκευή 5 Ιανουαρίου 2018

"ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ"

Αποτέλεσμα εικόνας για εορτη των φωτων 2018

Θεοφάνεια (ή Εορτή των Φώτων): Τα Άγια Θεοφάνεια που εορτάζονται κάθε χρόνο στις 6 Ιανουαρίου, είναι μία από τις μεγαλύτερες εορτές της Χριστιανοσύνης ενώ αποτελεί παράλληλα την τρίτη και τελευταία εορτή του Δωδεκαημέρου. Πρώτη είναι η κατά σάρκα Γέννηση (25 Δεκεμβρίου - εορτών των Χριστουγέννων), δεύτερη η Περιτομή (1 Ιανουαρίου) και η Βάπτιση (6 Ιανουαρίου) του Ιησού Χριστού (Ματθ. 2ο και 3ο κεφ.)

Το όνομα των Θεοφανείων προήλθε από τη φωνή του θεού που ακούστηκε στη Γη. Δηλαδή προκύπτει από την φανέρωση των τριών προσώπων της Αγίας Τριάδας που συνέβη σύμφωνα με τρεις σχετικές ευαγγελικές περικοπές.

Η εορτή των Θεοφανείων λέγεται επίσης και Επιφάνια και Φώτα ή Φωτά (ή Εορτή των Φώτων).

Φώτα ονομάζονται επειδή όπως λέει στο τέλος το Απολυτίκιο της Εορτής, ήλθε ο Χριστός για να φωτίσει τον κόσμο, μπολιάζοντάς τον και πνευματικά δια του Βαπτίσματος και του Χρίσματος.

Read more: http://www.newsbomb.gr/ellada/ekklhsia/story/760120/theofaneia-ti-giortazoyme-simera-6-ianoyarioy#ixzz53LKDRTmz



Μπορείτε να δείτε τα Ήθη και τα Έθιμα των Φώτων από διάφορες περιοχές της Ελλάδας, πατώντας ΕΔΩ. Για τα έθιμα της Βόρειας Ελλάδας, πατώντας ΕΔΩ. Για τα "βρεξούδια¨,πατώντας ΕΔΩ, ενώ για την Παραμονή των Φώτων στο Πήλιο, πατώντας ΕΔΩ.

Τετάρτη 27 Δεκεμβρίου 2017

"ΟΤΑΝ ΞΥΠΝΗΣΕΙΣ ... ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ!!!"

Αποτέλεσμα εικόνας για χριστουγεννιατικες εικονες για φοντο

Όλα θα πάνε υπέροχα αυτές τις μέρες, ήρθαν τα Χριστούγεννα σκέφτηκε και έστρωσε ένα παλιό αλλά πεντακάθαρο τραπεζομάντηλο με ένα μεγάλο Άγιο Βασίλη, πάνω στο ξύλινο τραπέζι.

Η μικρή Ζαχαροσκονούλα με τα αδύνατα ποδαράκια και τα λεπτά χεράκια, φόρεσε το τεράστιο καφέ παλτό που της χάρισαν και πήγε να πουλήσει στην γειτονιά όπως κάθε μέρα, τους μαγικούς μαρκαδόρους.

- Αγοράστε, αγοράστε είναι οι μαγικοί μαρκαδόροι !!!

- Μαγικοί ;;; Αποκρίθηκε ένας περαστικός καλοντυμένος κύριος, που κρατούσε ένα αγόρι από το χέρι.

- Μαγικοί κύριε αφού όταν ζωγραφίσεις κάτι με αυτούς τους μαρκαδόρους γίνεται κάτι μαγικό, βρίσκεσαι κατευθείαν στο μέρος που ζωγράφισες, απάντησε ζωηρά η Ζαχαροσκονούλα.

- Να αγοράσουμε κι εμείς μπαμπά αυτούς τους μαρκαδόρους από το κοριτσάκι, τους θέλω πολύ, είπε ενθουσιασμένο το μικρό αγόρι.

- Ναι παιδί μου θα σου αγοράσω και μάλιστα δύο πακέτα, ένα για σένα και ένα για την αδερφή σου, θέλω όμως να ρωτήσω κάτι πρώτα το κοριτσάκι. Eίσαι μόνη σου εδώ; Που είναι οι γονείς σου ;

- Να εκεί παρακάτω είναι κύριε, έδειξε με το δάκτυλο η Ζαχαροσκονούλα, δείτε εκεί που πουλάνε αυτά τα μπαλόνια, που αν ξεχαστείς και δεν προσέξεις πηγαίνουνε ψηλά, πολύ ψηλά στον ουρανό και χάνονται.

- Γιούπι μπαμπά!!!! Να πάρουμε και από αυτά, με τους μαρκαδόρους θα ζωγραφίσω όλα τα παιχνίδια που δεν μου παίρνεις και έτσι μαγικά θα εμφανιστούν μπροστά μου, μουρμούρισε το αγόρι.

Ο κύριος αγόρασε δύο κουτιά μαγικούς μαρκαδόρους και η Ζαχαροσκονούλα στάθηκε κρυμμένη να δει αν θα αγοράσει και από τα μπαλόνια που πουλούσαν οι γονείς της. Τι καλός άνθρωπος σκέφτηκε και συνέχισε το δρόμο της φωνάζοντας «Αγοράστε, αγοράστε είναι οι μαγικοί μαρκαδόροι».

Οι γιορτινές μέρες κυλούσαν χαρούμενα για την Ζαχαροσκονούλα αφού κατάφερνε να πουλήσει πολλούς μαγικούς μαρκαδόρους κάθε μέρα. Το τελευταίο βράδυ των γιορτών την βρήκε στο σπίτι της εξαντλημένη, της είχε απομείνει ένα κουτί, τότε σκέφτηκε να πάει στους γονείς της για να πουλήσει και το τελευταίο.

- Μαμά σε παρακαλώ θα αγοράσεις εσύ ή ο μπαμπάς το τελευταίο πακέτο μαγικούς μαρκαδόρους για μένα ;

- Βέβαια είπε χαμογελώντας ο πατέρας της Ζαχαροσκονούλας και αμέσως έβγαλε χρήματα για να της δώσει.

Φίλησε και αγκάλιασε δυνατά τους γονείς της και έτρεξε γρήγορα στο ξύλινο τραπεζάκι αδειάζοντάς τους μονομιάς. Να ζωγραφίσω ένα ζεστό σπίτι με ένα μεγάλο τζάκι, ένα τραπέζι γεμάτο γλυκά και φαγητά αναρωτήθηκε και εκείνη τη στιγμή κοίταξε το τραπεζομάντηλο και τότε είχε μία καταπληκτική ιδέα! «Θα ζωγραφίσω τον Άγιο Βασίλη, είπε, δεν το έχω δει ποτέ από κοντά μόνο σε εικόνες».

Η Ζαχαροσκονούλα τελείωσε τη ζωγραφιά της και περίμενε με υπομονή αλλά αυτός δεν εμφανιζόταν και στενοχωρημένη πήγε να ξαπλώσει, λες τελικά να μην πιάνουν σε μένα οι μαγικοί μαρκαδόροι σκέφτηκε και πριν προλάβει να τελειώσει τη σκέψη της παρουσιάστηκε μπροστά της ο Άγιος Βασίλης.

- Άγιε Βασίλη εσύ είσαι, ανοιγόκλεισε τα ματάκια της πολλές φορές.

- Εγώ είμαι, μία μαγική δύναμη με έφερε εδώ !

- Είναι οι μαγικοί μαρκαδόροι που πουλάω, απάντησε χαρούμενη η Ζαχαροσκονούλα.

- Πώς σε λένε ;

- Με φωνάζουνε Ζαχαροσκονούλα.

- Μα βέβαια, είναι από τις σκόνες ζάχαρης που έχει πάνω το παλτό που φοράς, μάλλον τρως πολλούς κουραμπιέδες μικρούλα μου, τώρα τις γιορτές.

- Ναι ναι, πού το ξέρεις ;

- Όλα τα ξέρει ο Άγιος Βασίλης, πρώτα θα σου φυσήξω τις σκόνες ζάχαρης από το καφέ παλτουδάκι σου, θα σου ρίξω λίγη αστερόσκονη για να λάμπεις και πλέον θα σε φωνάζουν Αστεροσκονούλα.

- Τέλεια, φώναξε ενθουσιασμένη.

Ο Αγιος Βασίλης έπιασε το παλτό της, πήγε κοντά στο παράθυρο και το φύσηξε δυνατά, έπειτα το γέμισε με πολύχρωμη αστερόσκονη. Η Ζαχαροσκονούλα τον κοίταζε ευτυχισμένη!

- Τώρα μπορείς να μου ζητήσεις ότι δώρο θέλεις.

- Θέλω να είναι πάντα Χριστούγεννα, πάντα γιορτινές μέρες, απάντησε με σιγουριά.

- Γιατί, τη ρώτησε ο Άγιος Βασίλης.

- Γιατί τα Χριστούγεννα οι άνθρωποι μας θυμούνται, μας χαμογελάνε στο δρόμο, μας αγαπάνε, μας ρωτάνε αν θέλουμε κάτι, μας αφήνουνε κρυφά στην πόρτα φαγητό !!! Η κυρία Ιουλία που μένει απέναντί μας, μου χάρισε αυτό το καφέ παλτό που πριν ήταν της κόρης της αλλά τώρα που μεγάλωσε δεν τη χωράει, ο μπαμπάς και η μαμά βρίσκουνε πάντα δουλειά στο λούνα παρκ και πουλάνε πολλά μπαλόνια !

Όταν όμως τελειώνουνε οι γιορτινές μέρες τίποτα δεν είναι το ίδιο, κανείς δεν μας μιλάει, δεν μας αφήνουνε πια φαγητό, η μαμά και ο μπαμπάς δεν έχουνε δουλειά, εγώ δεν πουλάω κανένα πακέτο μαγικούς μαρκαδόρους και είναι σαν όλοι να μας ξεχνάνε. Κάνε λοιπόν να είναι πάντα Χριστούγεννα, σε παρακαλώ πολύ Άγιε Βασίλη.

- Έχεις δίκιο μικρή μου, είπε ο Άγιος Βασίλης ακούγοντας με προσοχή τα λόγια της Ζαχαροσκονούλας. Όλοι τα Χριστούγεννα ψάχνουν έναν άνθρωπο να κάνουνε μία καλή πράξη, ξάπλωσε για ύπνο στο στρωματάκι σου και όταν ξυπνήσεις θα είναι για πάντα Χριστούγεννα της είπε, αποχαιρετώντας την με ένα φιλί.


Βγαίνοντας έξω από το σπίτι έριξε λίγο αστερόσκονη στη γειτονιά της Ζαχαροσκονούλας, δεν μπορούμε να αλλάξουμε τον κόσμο, μπορούμε όμως να τον κάνουμε πιο όμορφο ξεκινώντας από μία γειτονιά ψιθύριζε.

Με λίγη αστερόσκονη όλα γίνονται.

Γράφει η Γεωργία Τζουμάκα
Το διάβασα στο www.thessalonikiartandculture.gr

"Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟΥ ΔΕΝΤΡΟΥ"




Έκανε την εμφάνιση του πρώτη φορά τον Μεσαίωνα, στην κεντρική Ευρώπη, κατά τη διάρκεια των εορτασμών του χειμερινού ηλιοστασίου, αλλά έγινε αναπόσπαστο κομμάτι των Χριστουγέννων στα τέλη του 19ου αιώνα. Η ιστορία του χριστουγεννιάτικου δέντρου συνδέεται με τη βασίλισσα Σάρλοτ, αλλά και τον θρύλο για τη χειμωνιάτικη νύχτα που ο Λούθηρος κοίταξε τον έναστρο ουρανό...

Φορτωμένο φρούτα, γλυκά, στολίδια, κεριά, αγγέλους, νεράιδες, αστέρια και πουλάκια, το έλατο ήταν το αειθαλές δέντρο που ερχόταν από το δάσος και στηνόταν στο πιο κεντρικό σημείο του σπιτιού, ως ένα σύμβολο του θριάμβου επί της Φύσης στην καρδιά του χειμώνα. Ένα σύμβολο που την τελευταία, Δωδεκάτη Νύχτα -με τη λήξη του εορτασμού του δωδεκαημέρου των Χριστουγέννων- έπρεπε να κοπεί και να επιστραφεί στη Φύση (να ανακυκλωθεί φυσικά ή, να παραδοθεί στη φωτιά).

Η εισαγωγή του χριστουγεννιάτικου δέντρου στην Αγγλία το 1840 κατά κανόνα πιστώνεται στον πρίγκιπα Αλβέρτο, σύζυγο της βασίλισσας Βικτωρίας. Ωστόσο, η καθιέρωση της παράδοσης ανήκει «δικαιωματικά» στην «καλή βασίλισσα Charlotte» (1744-1818), τη Γερμανίδα σύζυγο του Γεωργίου του Γ, με εντολή της οποίας στήθηκε το πρώτο γνωστό χριστουγεννιάτικο δέντρο στο Queen's Lodge τον Δεκέμβριο του 1800. Όπως γράφει το historytoday.com, σύμφωνα με τον θρύλο, το χριστουγεννιάτικο δέντρο επινόησε ο Μαρτίνος Λούθηρος, θεμελιωτής της Μεταρρύθμισης και συμπατριώτης της βασίλισσας Καρλότα του Μέκλενμπουργκ - Στρέλιτς.

Μια φορά και έναν καιρό, εν προκειμένω, μια χειμωνιάτικη νύχτα του 1536, ο Λούθηρος περπατούσε μέσα από το πυκνό δάσος που βρισκόταν κοντά στο σπίτι του στο Wittenberg όταν ξαφνικά σήκωσε τα μάτια και είδε χιλιάδες αστέρια να λαμπυρίζουν μέσα από τα κλαδιά των δέντρων. Το θέαμα ήταν τόσο υπέροχο ώστε του έδωσε την ιδέα να στήσει τα Χριστούγεννα εκείνα ένα έλατο με κεριά στο σπίτι του, για να υπενθυμίσει στα παιδιά του «τον έναστρο ουρανό από τον οποίο ήρθε ο Σωτήρας».

Διακοσμημένα χριστουγεννιάτικα δέντρα είχαν κάνει την εμφάνιση τους στη νότια Γερμανία ήδη από το 1605. Το γεγονός τεκμηριώνεται από τη μαρτυρία ανώνυμου συγγραφέα, ο οποίος έγραφε ότι στο «Yuletide» (σ.σ. πρόκειται για την περίοδο των Χριστουγέννων, η βρετανική λέξη έχει τις ρίζες της στον Ύστερο Μεσαίωνα) οι κάτοικοι του Στρασβούργου «έστησαν έλατα στα σαλόνια τους… πάνω στα οποία κρεμούσαν τριαντάφυλλα φτιαγμένα από πολύχρωμα χαρτιά, μήλα, γλυκά και στολίδια από χρυσόχαρτο».



Σε άλλες πόλεις της Γερμανίας, αντί για έλατο, στόλιζαν κάποιο άλλο κωνοφόρο δέντρο, ακόμη και δέντρα μέσα σε μεγάλες γλάστρες. Άλλωστε, στο δουκάτο του Μέκλενμπουργκ - Στρέλιτς, όπου μεγάλωσε η βασίλισσα Καρλότα, το έθιμο ήταν να στολίζουν απλά, ένα μεγάλο κλαδί.

Ο ποιητής Samuel Taylor Coleridge (1772-1834) που επισκέφθηκε το Mecklenburg-Strelitz τον Δεκέμβριο του 1798 και είδε τα έθιμα έγραψε σε επιστολή προς τη σύζυγό του τον Απρίλιο του 1799: «Το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων, τα παιδιά στολίζουν στο κατάφωτο σαλόνι ένα κλαδί με κομψά στολίδια από χαρτί κλπ. Στο δωμάτιο δεν επιτρέπεται να μπουν οι γονείς. Τα παιδιά τελειώνουν βάζοντας από κάτω τα δώρα, οι γονείς μπαίνουν και ανταλλάσσονται ευχές, αγκαλιές και φιλιά».

Όταν η νεαρή Charlotte έφυγε από το Mecklenburg-Strelitz το 1761 και πήγε στην Αγγλία για να παντρευτεί τον βασιλιά Γεώργιο, έφερε μαζί της πολλά από τα έθιμα που ακολουθούσε ως παιδί, συμπεριλαμβανομένου και του στολισμένου κλαδιού των Χριστουγέννων. Αλλά στην αγγλική Αυλή, η Βασίλισσα μεταμόρφωσε το επί της ουσίας ιδιωτικό τελετουργικό της πατρίδας της σε μια ανοιχτή γιορτή την οποίαν μπορούσαν να απολαύσουν, όχι μόνο η οικογένειά της, αλλά επίσης οι φίλοι και όλοι οι ένοικοι του παλατιού.



Η βασίλισσα Charlotte δεν έβαλε το κλαδί σε κάποιο μικρό δωμάτιο, αλλά σε μία από τις μεγαλύτερες αίθουσες του Kew Palace ή του Κάστρου του Windsor. Φορώντας το ανάλογο ένδυμα και με όλα τα κεριά αναμμένα, η Αυλή συγκεντρώθηκε και τραγούδησε τα «κάλαντα» (όχι όπως τα ξέρουμε σήμερα, αλλά χαρούμενα τραγούδια). Η γιορτή τελείωσε με τα δώρα που βρίσκονταν κάτω από το κλαδί -ενδύματα, κοσμήματα, παιχνίδια και γλυκά.

Εκείνη τη χρονιά η βασίλισσα σχεδίαζε ένα μεγάλο χριστουγεννιάτικο πάρτι για τα παιδιά όλων των ευγενών οικογενειών στο Windsor. Οπότε αποφάσισε αντί για το συνηθισμένο κλαδί να γεμίσει προς χάρη των παιδιών ένα ολόκληρο δέντρο με στολίδια και φρούτα, να το φορτώσει με δώρα και να το στήσει στο κέντρο της αίθουσας Queen's Lodge.

Ένα τέτοιο δέντρο, θεωρούσε, θα φάνταζε μαγικό στα μάτια των παιδιών. Όπως και έγινε. Φτάνοντας στο παλάτι το βράδυ των Χριστουγέννων τα παιδιά αντίκρισαν το παραμυθένιο δέντρο με τα στολίδια που αντανακλούσαν τη λάμψη τους στο φως των κεριών.

Ο δρ John Watkins, ένας από τους βιογράφους της βασίλισσας Charlotte, ο οποίος ήταν στη γιορτή παραθέτει μια ζωντανή περιγραφή του μαγευτικού δέντρου «από τα κλαδιά του οποίου κρέμονταν σαν τσαμπιά, γλυκά, αμύγδαλα και σταφίδες τυλιγμένα σε χαρτάκια, φρούτα και παιχνίδια, φωτισμένα από δεκάδες μικρά κεριά […] Οι συντροφιές περπατούσαν γύρω γύρω θαυμάζοντας το δέντρο και στη συνέχεια, κάθε παιδί έπαιρνε τα γλυκά του μαζί με ένα παιχνίδι και όλα επέστρεφαν στο σπίτι χαρούμενα».

Τα χριστουγεννιάτικα δέντρα έγιναν δημοφιλή στους κύκλους της βρετανικής αριστοκρατίας- γύρω τους στήνονταν οι παιδικές συγκεντρώσεις. Όπως και στη Γερμανία, κάθε αειθαλές δέντρο μπορούσε να μεταμορφωθεί σε χριστουγεννιάτικο δέντρο, αρκεί να ήταν φορτωμένο στολίδια και κεριά και να είχε από κάτω δώρα.

Τα δέντρα, που συνήθως τοποθετούνταν πάνω σε τραπέζια, είχαν κάτω από τα τελευταία κλαδικά τους, μαζί με τα δώρα, είτε μια κιβωτό του Νώε, είτε ένα αγρόκτημα σε μικρογραφία με ξύλινα ζωάκια.



Από οικογενειακά αρχεία, για παράδειγμα, μαθαίνουμε ότι τον Δεκέμβριο του 1802, ο George, 2ος Λόρδος του Kenyon, αγόραζε «κεριά για το δέντρο» που έβαλε στο σαλόνι του στο Λονδίνο, στο Lincoln's Fields. Επίσης ότι το 1804, ο Frederick, πέμπτος κόμης τουBristol, είχε «χριστουγεννιάτικο δέντρο» για τα παιδιά του στο Ickworth Lodge, στο Σάφολκ. Και ότι, το 1807 ο William Cavendish-Bentinck, δούκας του Πόρτλαντ, τότε πρωθυπουργός, έστησε ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο στο Welbeck Abbey του Nottinghamshire, «για μια νεανική γιορτή».

Μέχρι τον θάνατο της βασίλισσας Charlotte, το 1818, η παράδοση του χριστουγεννιάτικου δέντρου είχε καθιερωθεί και συνέχισε να διαδίδεται σε όλη τη δεκαετία του 1820 και του '30. Η πληρέστερη περιγραφή των πρώιμων εκείνων χριστουγεννιάτικων δέντρων στη Βρετανία βρίσκεται στο ημερολόγιο του Charles Greville, του πνευματώδους, καλλιεργημένου Γραμματέα του Privy Council, ο οποίος το 1829 πέρασε τις διακοπές του στο Panshanger του Hertfordshire, στο σπίτι του Peter, 5th Earl Cowper, και της συζύγου του Lady Emily.

Ο Greville δεν κάνει την παραμικρή αναφορά στις δημοφιλείς ασχολίες της εποχής με τις οποίες η αριστοκρατία περνούσε τον χρόνο της, όπως τα επιτραπέζια, η ιππασία και το πατινάζ ή, έστω τα κουτσομπολιά που κυκλοφορούσαν στα εορταστικά γεύματα και δείπνα. Το μόνο που του έκανε εντύπωση ήταν τα εξαιρετικά μικρά έλατα που που είχαν στολιστεί για τα μικρότερα παιδιά της οικογένειας.



Όταν τον Δεκέμβριο του 1840, ο πρίγκιπας Αλβέρτος έφερε από την πατρίδα του την ερυθρελάτη (το γνωστό νορβηγικό έλατο) δεν θεωρήθηκε καινοτομία -τουλάχιστον, στην αριστοκρατία.

Μέχρι που τα έντυπα της εποχής, όπως το London News, το Cassell’s Magazine και The Graphic άρχισαν να δημοσιεύουν κάθε χρόνο θέματα -με τις ανάλογες εικονογραφήσεις και τις λεπτομερείς περιγραφές- για τα χριστουγεννιάτικα δέντρα του βασιλικού οίκου και της αριστοκρατίας, από το 1845 μέχρι τα τέλη του 1850, οπότε το έθιμο καθιερώθηκε και διαπέρασε όλες τις κοινωνικές τάξεις.

Μέχρι το 1860 δεν υπήρχε οικογένεια στην Αγγλία που να μην στολίζει δέντρο τα Χριστούγεννα.

Πάντως, τα πρώτα ηλεκτρικά φωτάκια χριστουγεννιάτικου δέντρου άναψαν στην άλλη άκρη του Ατλαντικού στις 22 Δεκεμβρίου 1882 από τον Τόμας Έντισον στη Νέα Υόρκη, ενώ στην Ελλάδα, στήθηκε για πρώτη φορά χριστουγεννιάτικο δέντρο, στις 24 Δεκεμβρίου 1843, στο αρχοντικό του Ναξιώτη Ιωάννη Παπαρρηγόπουλου, γενικού Προξένου της Ρωσίας στην Αθήνα.

Το διάβασα στο www.tvxs.gr

Δευτέρα 18 Δεκεμβρίου 2017

ΝΑΖΙΜ ΧΙΚΜΕΤ: ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΣΤΟ ΓΙΟ ΜΟΥ



Μια φορά κι έναν καιρό, γιε μου, σε τρεις διαφορετικές άκριες της γης ζούσανε τρία παλικάρια που είχανε το ίδιο μπόι και την ίδια ηλικία.

Στις τρεις διαφορετικές άκριες της γης που ζούσαν λοιπόν τα τρία παλικάρια, ούτε είχανε δει ποτέ, ούτε ξέρανε, ούτε είχανε ακούσει τίποτα ο ένας για τον άλλον.

Έλα όμως, γιέ μου, που τα τρία παλικάρια αυτά, μ’ όλο που ζούσανε σε τρεις διαφορετικές άκριες της γης, ξεκινήσανε και τα τρία την ίδια ώρα, την ίδια μέρα και την ίδια χρονιά για να βρούνε την πέτρα που τη λέγανε Αστέρευτη υγεία.

Κι η πέτρα που την είπαμε Αστέρευτη υγεία βρισκότανε μακριά, πίσω από τα βουνά, μέσα σ’ ένα πηγάδι που αντί για νερό έβγαζε αίμα. Για να βρούνε λοιπόν τούτη την πέτρα, γιέ μου, που τη σκέπαζε το ματωμένο πηγάδι, ξεκινήσανε τα τρία παλικάρια παίρνοντας το καθένα το δικό του δρόμο.

Το πρώτο παλικάρι περπάτησε τόσο πολύ που φαγωθήκανε τα σανδάλια του, ενώ το σιδερένιο του ραβδί λίγνεψε σαν κλαδάκι. Στάθηκε κάπου να ξαποστάσει μα τον πήρε ο ύπνος. Σαν ξύπνησε όμως, γιέ μου, τι να δει; Δίπλα του καθότανε μια κοπέλα όμορφη σαν τα κρύα τα νερά.

– Για που το ’βαλές παλικάρι; τον ρωτάει

– Για να βρω την πέτρα που τη λένε Αστέρευτη υγεία, της απαντάει.

– Η πέτρα που λες, του αντιλέει η κοπελιά, βρίσκεται

μακριά, πίσω από τα βουνά, μέσα στο ματωμένο πηγάδι. Για να πας ίσαμε κει, η ζωή σου όλη δεν σου φτάνει. Κι όσοι έχουνε τις μέρες τους μετρημένες πρέπει να τις περνάνε όμορφα. Εσύ είσαι η μέλισσα κι εγώ το λουλούδι. Μείνε εδώ μαζί μου να πάρεις το μέλι μου, του γλυκολέει.


Κι έτσι γιέ μου, το ένα παλικάρι λιγοψύχησε κι έμεινε στα μισά του δρόμου.

Την ίδια ώρα, το δεύτερο παλικάρι τραβούσε θαρρετά το δικό του δρόμο. Για να μη νυστάξει κι αποκοιμηθεί, άνοιγε κάθε τόσο με το μαχαίρι πληγές στο στήθος του κι έριχνε αλάτι. Πονούσε τόσο πολύ γιέ μου, που δεν σκεφτότανε πιά την κούρασή του. Από τη δίψα είχε κολλήσει η γλώσσα του. Κι όταν είδε μπροστά του νερό, δεν μπόρεσε να κρατηθεί έπεσε στα γόνατα να δροσιστεί. Ήπιε μια γουλιά κι έκανε να σηκωθεί. Μα το νερό, που λαμποκοπούσε στον ήλιο του μεσημεριού, του δώσε τόση δροσιά, τόση δροσιά, γιέ μου, που δεν μπόρεσε να σηκώσει πια το κεφάλι. Έτσι το δεύτερο παλικάρι έφτασε ως τα μισά πάνω από τα μισά του δρόμου.

Κι ενώ το πρώτο παλικάρι έμενε στα μισά και το άλλο στα μισά πάνω από τα μισά του δρόμου, το τρίτο παλικάρι περπατούσε ακόμα. Κουράστηκε και τούτο, μα δεν έγειρε στα γόνατα των κοριτσιών να ξεκουραστεί. Διψούσε, μα δεν έλεγε να πιει νερό. Περπατούσε, περπατούσε κι όλο περπατούσε. Όποιος προχωράει έτσι, φτάνει, γιέ μου.

Κι εσύ, σαν κι εκείνον, να μην κουράζεσαι κι εσύ, σαν κι εκείνον, να έχεις πίστη και να προχωράς, γιε μου. Όποιος πιστεύει, φτάνει…



Ναζίμ Χικμέτ – Το ερωτευμένο σύννεφο

by Αντικλείδι , http://antikleidi.com

Κυριακή 15 Οκτωβρίου 2017

ΛΕΟ ΜΠΟΥΣΚΑΛΙΑ -ΕΙΜΑΣΤΕ ΑΠΡΟΣΕΚΤΟΙ ΦΥΛΑΚΕΣ ΤΟΥ ΠΟΛΥΤΙΜΟΤΕΡΟΥ ΑΓΑΘΟΥ, ΤΗΣ ΦΙΛΙΑΣ -



Πιστεύω να συμφωνούμε όλοι ότι, αν ζήσουμε τη ζωή μας δίχως έναν αληθινό φίλο, θα έχουμε χάσει μια από τις πιο συγκινητικές και προκλητικές ανθρώπινες εμπειρίες. Ωστόσο, κάθε μέρα, άνθρωποι ζουν και πεθαίνουν ανάμεσα σε ξένους, μόνοι, χωρίς να έχουν γνωρίσει ποτέ έναν αληθινό φίλο.

Εμείς οι άνθρωποι, έχουμε μια ενστικτώδη ανάγκη να είμαστε ο ένας κοντά στον άλλο. Έχουμε γύρω μας ανθρώπους, σχεδόν αδιάκοπα· ανθρώπους που γνωρίζουμε τυχαία, που τους βλέπουμε περιστασιακά ή τους συναντούμε για λίγες στιγμές καθημερινά. Μερικούς απ’ αυτούς τους αποκαλούμε φίλους, αλλά ουσιαστικά εννοούμε ότι είναι απλά γνωστοί μας. Το να έχεις ένα φίλο, σημαίνει κάτι πολύ διαφορετικό, πολύ πιο ιερό. Ο Αριστοτέλης περιγράφει τη φιλία σαν «μια ψυχή σε δύο σώματα». Η φιλία προϋποθέτει αμοιβαία αφοσίωση δυο ανθρώπων, ανθεκτική στο χρόνο, τις συγκρούσεις, τις χαρές, τις δυστυχίες και τις αλλαγές. Οι περισσότεροι θεωρούμε τις φιλίες μας δεδομένες. Δεν κάνουμε τίποτα για να τις διατηρήσουμε και παραβλέπουμε το γεγονός, ότι η φιλία χρειάζεται αδιάκοπη προσπάθεια, φροντίδα και προσοχή.

Ο Έμερσον, στο θαυμάσιο δοκίμιό του «Περί Φιλίας» , λέει:

«Φροντίζουμε την υγεία μας, φτιάχνουμε το σπίτι μας γερό και αρκετά ρούχα, αλλά ποιος φροντίζει συνετά να μη στερηθεί το μεγαλύτερο απ’ όλα τ’ αγαθά, το φίλο;»

Και προσθέτει:

«Ο καλύτερος τρόπος για να έχεις ένα φίλο, είναι να είσαι φίλος».

Οι περισσότεροι έχουμε διαπιστώσει την αλήθεια αυτής της φράσης. Νοιαζόμαστε υπερβολικά και φυλάμε άγρυπνα τ’ αγαθά που συσσωρεύουμε, αλλά είμαστε, πολύ συχνά, απρόσεκτοι φύλακες του πολυτιμότερου αγαθού· της φιλίας. Αν πραγματικά το σκεφτούμε λίγο, θα εργαστούμε πιο σκληρά για την ανάπτυξη και την ισχυροποίηση των φιλικών μας δεσμών. Υπάρχουν ελάχιστα πράγματα στη ζωή, που μας προσφέρουν μεγαλύτερη ανταμοιβή.



Πριν λίγο καιρό, πέθανε ένας εκλεκτός φίλος μου. Κι οι δυο εκτιμούσαμε και αναπτύσσαμε τη σχέση μας πάνω από εικοσιπέντε χρόνια. Στη διάρκεια αυτής της περιόδου, συχνά μας χώρισαν ο χρόνος ή οι περιστάσεις, αλλά ήμασταν αποφασισμένοι να μην επιτρέψουμε σε τίποτα να παρέμβει στην συνεχή ωρίμανση της φιλίας μας. Σκέφτομαι συχνά τις διαφορετικές εμπειρίες μας, τις αλλαγές που υποστήκαμε και τους δεσμούς που μας έκαναν φίλους μια ολόκληρη ζωή.

Ο φίλος μου με βοήθησε να δω τον εαυτό μου μ’ όλες τις ανθρώπινες ατέλειές του, ενώ μου αποκάλυπτε τις δικές του. Δίναμε ο ένας στον άλλον το δικαίωμα να κάνει λάθη, τη δύναμη ν’ αντιμετωπίζει την απογοήτευση, ακόμη και την αποτυχία, επειδή ξέραμε ότι θα είχαμε πάντα αμοιβαία υποστήριξη και ενθάρρυνση, για ένα καινούριο ξεκίνημα.

Πληγώναμε ή απογοητεύαμε ο ένας τον άλλον, πότε -πότε, αλλά έτσι μαθαίναμε να εφαρμόζουμε στην πράξη τη λεπτή τέχνη της ανθρώπινης συγνώμης, μέχρι που φτάσαμε στο σημείο να μπορούμε να βλέπουμε πέρα από την πικρία, αντί να γυρίζουμε πίσω στο θυμό και την αγανάκτηση. Πάψαμε να κατακρίνουμε και να αποδοκιμάζουμε. Ξέραμε πως, όταν ο άλλος έκανε ανοησίες ή είχε κάποιες μεταπτώσεις, ήταν κάτι παροδικό.

Μοιραζόμασταν τις πιο προσωπικές μας σκέψεις, συναισθήματα, ιδέες, σχέδια κι όνειρα. Όταν έπρεπε να ξεπεραστεί μια σύγκρουση, ανακαλύπταμε τα αμοιβαία οφέλη της φιλίας μας, που δεν μπορούσαμε να τα βρούμε μ’ άλλον τρόπο. Γίναμε ο ένας καθρέφτης του άλλου κι ο καθένας αντικαθρέφτιζε τη μοναδικότητα του άλλου, από μια διαφορετική προοπτική. Συχνά υποβάλαμε τη φιλία μας σε δοκιμασία, για να δούμε πόσα ήμασταν διατεθειμένοι να κάνουμε και να δώσουμε, για να την κρατήσουμε ζωντανή με το πέρασμα των χρόνων. Υπάρχει ένα πανάρχαιο απόφθεγμα, μα πάντα αληθινό, που λέει: «Οι καλοί φίλοι στην ανάγκη φαίνονται»

Η απώλεια του αγαπημένου μου φίλου, ύστερα από τόσα χρόνια επένδυσης αγάπης, ήταν τρομερά οδυνηρή. Ήταν δύσκολο ν’ αποχωριστώ μια τέτοια θετική δύναμη στη ζωή μου. Αλλά τίποτα δεν διαρκεί για πάντα. Στην πραγματικότητα, δεν χάνουμε ποτέ τους ανθρώπους που αγαπούμε. Γίνονται αθάνατοι μέσα από μας. Συνεχίζουν να ζουν στις καρδιές και τη σκέψη μας. Συμμετέχουν σ’ όλες μας τις πράξεις, τις ιδέες και τις αποφάσεις. Κανένας δεν θα τους αντικαταστήσει και, παρ’ όλο τον πόνο, είμαστε πιο πλούσιοι με τα χρόνια που επενδύσαμε σ’ αυτούς. Εξαιτίας τους έχουμε πολύ περισσότερα να προσφέρουμε στις τωρινές και τις μελλοντικές μας σχέσεις.



2 φίλες – Pablo Picasso 1904

Πρόσφατα ήμουν με μια απελπισμένη φίλη, της οποίας ο άντρας έφυγε για να βρει αυτό, που πίστευε ότι ήταν ο επίγειος παράδεισος. Εγκατέλειψε τη φίλη μου και τα δυο παιδιά τους, με τη δικαιολογία ότι πάει διακοπές. Παπαγαλίζοντας τις ιδέες κάποιου βιβλίου «αυτοβοήθειας», που είχε διαβάσει πρόσφατα, είπε ότι είχε δικαίωμα στην ευτυχία κι ότι η μεγαλύτερη ευθύνη του ήταν απέναντι στον εαυτό του. Έλπιζε, ωστόσο, ότι θα εξακολουθούσε να έχει φιλικές σχέσεις με τη γυναίκα του και, φυσικά, απεριόριστο δικαίωμα επισκέψεων στα παιδιά.

Η γυναίκα του είχε διαφορετική γνώμη. Ήταν πικραμένη, πληγωμένη και εκδικητική. Της είχε ποδοπατήσει τον εγωισμό κι είχε διαλύσει την οικογένειά τους. Κατά κανέναν τρόπο δεν θα δεχόταν να διατηρήσει φιλία μαζί του. Στην πραγματικότητα, τον έβριζε με επίθετα, τα οποία δεν την είχα ακούσει να χρησιμοποιεί ποτέ άλλοτε!

Απευθύνθηκε σε μένα, το φίλο της, για βοήθεια. Έκλαιγε ασταμάτητα. Είχε χάσει κάθε ενδιαφέρον για το σπίτι και τα παιδιά της. Αν και εξακολουθούσε να εργάζεται, ανακάλυψε ότι ήταν πάντα τόσο εκνευρισμένη κι αφηρημένη, ώστε αντιδρούσε συνέχεια αρνητικά. Θύμωνε με φίλους, γινόταν ανυπόμονη με τους συνεργάτες της στο γραφείο και πολλές φορές έπιανε τον εαυτό της να φέρεται άσχημα στα παιδιά.

Εξακολουθούσε να βρίσκει αναρίθμητους λόγους για να μισεί τον πρώην άντρα της, αλλά με τον καιρό άρχισε να μισεί και τον εαυτό της. Την έπνιγαν οι τύψεις και η αυτοκριτική. Ήταν σίγουρη, πως αν είχε κάνει περισσότερα γι’ αυτόν αν πρόσεχε την εμφάνισή της, αν φρόντιζε καλύτερα το σπίτι δεν θα τον είχε χάσει και τα παιδιά θα είχαν ακόμη τον πατέρα τους.

Πώς μπορούσα να τη βοηθήσω; Όλα τα δάκρυα και οι τύψεις δεν θα ‘φερναν πίσω τον άντρα της, ούτε θα ξανάδιναν ζωή στο νεκρό γάμο. Δεν ήμουν ποτέ καλός στις συμβουλές. Εγκατέλειψα την προσπάθεια εδώ και χρόνια. Είμαι τόσο μπερδεμένος, όσο κι οποιοσδήποτε άλλος. Πώς μπορούσα να της πω τι να κάνει;

Έτσι κι αλλιώς, δεν υπήρχε εύκολη λύση. Ο πληγωμένος εγωισμός χρειάζεται μακρόχρονη θεραπεία.

Δεν μπορούσε, όμως, να συνεχίσει στην κατάσταση που βρισκόταν. Η παρατεινόμενη απελπισία, είχε κιόλας κάνει τη δουλειά της. Φυσικά, υπήρχαν πολλά πράγματα που θα μπορούσε να κάνει. Κι ανάμεσα σ’ αυτά, πίστευα ότι έπρεπε, τελικά, ν’ αντιμετωπίσει το γεγονός πως η ζωή συνεχίζεται. Ήταν ακόμη νέα, όμορφη και ικανή. Επειδή ο άντρας της προφανώς υποτίμησε αυτά τα προσόντα, δεν σήμαινε ότι τα υποτιμούσαν κι οι άλλοι. Δεν υπήρχε λόγος να συγκρίνει τον εαυτό της με την άλλη γυναίκα. Δεν υπήρχε καμιά βάση για σύγκριση. Οπλισμένη μ’ αυτά τα πραγματικά στοιχεία, της πρότεινα ν’ αποδεχτεί την κατάσταση, να συγχωρήσει τον άντρα της για τις πράξεις του και τον εαυτό της για το ρόλο που, υποσυνείδητα, είχε παίξει στην απόφασή του.

Κουβεντιάσαμε ότι μεγάλο μέρος του πόνου της, οφειλόταν στο γεγονός ότι αναλάμβανε την ευθύνη για τις πράξεις τού άντρα της. Αφού εκείνη ήταν το αθώο θύμα, της θύμισα, ήταν αντίθετο με τη λογική να νιώθει τόσο μεγάλη ενοχή και να χύνει τόσα δάκρυα. Ενοχλήθηκε και φώναξε οργισμένη: «Να τον συγχωρήσω; Μα είσαι τρελός; Καλύτερα να πεθάνω! Θα του το ξεπληρώσω! Θα βρω τρόπο να τον πληγώσω, όπως με πλήγωσε κι αυτός!». Το πρόσωπό της είχε πάρει μια τρομακτική έκφραση. Καινούρια δάκρυα κυλούσαν κι αρνιόταν να παραιτηθεί απ’ το θυμό της.

Ο άντρας της είχε φύγει, απολαμβάνοντας μια καινούρια ζωή με νέες πιθανότητες κι ένα νέο πρόσωπο και κείνη δεν μπορούσε να ελέγξει τίποτα απ’ αυτά. Εκείνη, από την άλλη μεριά, πνιγόταν στην απελπισία.

Οι περισσότεροι ξέρουμε από εμπειρία, πως τον να μη συγχωρούμε μας πληγώνει περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Γιατί, λοιπόν, βρίσκουμε τόσο δύσκολο το να συγχωρούμε;

Η μνησικακία που κρατάμε μέσα μας, για μια ζωή, είναι πολύ βαρύ φορτίο. Εκτός από τις ρυτίδες ανάμεσα στα φρύδια, δημιουργεί πολλή πικρία και καχυποψία. Κανένας δεν είναι απαλλαγμένος από ενοχές. Αν θέλουμε να μας συγχωρούν για τις πράξεις μας ή τα σφάλματά μας, πρέπει ν’ αρχίσουμε, προσπαθώντας να συγχωρούμε εμείς τους άλλους. Δεν υπάρχει πάντα δικαιοσύνη. Καμιά φορά πρέπει να συγχωρούμε, ακόμη κι αν μας έβλαψαν, για το δικό μας καλό.

Ίσως η φίλη μου συνειδητοποιήσει κάποια μέρα, πως έκανε ό,τι καλύτερο μπορούσε στη σχέση της με τον άντρα της κι ότι ο άντρας της νόμιζε πως είχε κάνει το ίδιο. Βέβαια, δεν δικαιολογώ τις πράξεις του, αλλά μέσα από τη διαδικασία της συγνώμης, απελευθερώνουμε τον εαυτό μας. Έτσι μόνο μπορούμε να προχωρήσουμε και ν’ αγαπήσουμε πάλι, σοφότεροι από την εμπειρία μας.



Λεό Μπουσκάλια – Λεωφορείο 9 για τον παράδεισο – Εκδόσεις Γλάρος
Αντικλείδι , http://antikleidi.com

ΓΙΟΥΡΙ ΝΑΓΚΙΜΠΙΝ - Η ΧΕΙΜΕΡΙΝΗ ΒΕΛΑΝΙΔΙΑ-



ΤΟ ΧΙΟΝΙ ΠΟΥ ΕΠΕΣΕ τη νύχια έστρωσε τα στενό δρομάκο από την Ουβάροφκα στο σχολείο και μόνο το περπάτημά της φαινόταν από τα λεπτά ίχνη που άφηναν οι μυτερές της γαλότσες πάνω στο χιονισμένο χαλί. Η δασκάλα έβαζε προσεκτικά το πόδι της με τη μυτερή γούνινη γαλότσα της για να μπορεί να βρίσκει την ισορροπία αν την ξεγελάσει το χιόνι και δεν πρσφτάσει να στηριχτεί. Υπήρχε κίνδυνος να σωριαστεί πάνω στο χιόνι.

Μέχρι το σχολείο η απόσταση ήταν μισό χιλιόμετρο. Η δασκάλα έριξε πάνω της το γούνινο παλτό της και το κεφάλι της το έδεσε με ένα ελαφρύ μάλλινο μαντίλι. Το κρύο ήταν τσουχτερό και επιπλέον φυσούσε και κρύος αέρας που πετούσε το χιόνι στο πρόσωπό της και σε όλο το σώμα της. Η εικοσιτετράχρονη δασκάλα χαιρόταν να περπατάει μέσα στο χιόνι και να τη φυσάει ο παγωμένος αέρας, χαιρόταν να παγώνουν η μύτη και τα μάγουλά της, να της μπαίνει ο αέρας μέσα από το γούνινο παλτό της και να τη χτυπάει στο κορμί. Γυρίζοντας το πρόσωπό της για να προφυλαχθεί από τον αέρα, είδε τις μικρές πατημασιές που άφηναν οι μυτερές γαλότσες της, και έμοιαζαν σαν πατημασιές κάποιου αγριμιού.

Η δροσερή και καθαρή γεναριάτικη μέρα της ξυπνούσε χαρούμενες σκέψεις για τη ζωή και τον εαυτό της. Δυο χρόνια είχαν περάσει από τότε που άφησε τα φοιτητικά θρανία και διορίστηκε δασκάλα σ’ αυτό το σχολείο και απόχτησε κιόλας τη φήμη της ικανής και έμπειρης δασκάλας της ρωσικής γλώσσας. Και στην Ουβάροφκα και στο Κουζμίντι και στο Τσιόρνι Γιαρ και στο συνοικισμό των εργατών τύρφης και στο ιπποτροφείο — όλοι την ήξεραν, την εκτιμούσαν και σε ένδειξη σεβασμού τη φώναζαν Άννα Βασίλγιεβνα.

Από την αντίθετη μεριά του δρόμου ερχόταν καταπάνω της κάποιος, περπατώντας με δυσκολία από το χιόνι και τον αέρα. «Και τι θα κάνω αν δεν προθυμοποιηθεί να με αφήσει να περάσω; — σκέφτηκε με κάποιο εύθυμο φόβο η Άννα Βασίλγιεβνα. Ο δρομάκος δε χωράει και τους δυο μας και αν κάνεις και παραμερίσεις θα σωριασθείς πάνω στο χιόνι». Ήξερε όμως πολύ καλά ότι δεν υπάρχει κανένας στην περιοχή που να μην αφήσει να περάσει πρώτη η δασκάλα της Ουβάροφκα. Πλησίασε ο ένας τον άλλο. Ήταν ο Φρολόφ, δαμαστής των αλόγων.

— Καλημέρα σας, Άννα Βασίλγιεβνα,! Ανασήκωσε το μαύρο γούνινο καπέλο του και φάνηκε το κουρεμένο κεφάλι του.

— Καλή σας μέρα! Φορέστε το καπέλο σας, γιατί θα παγώσετε! Δε βλέπετε τι κρύα και παγερή μέρα είναι!

Ο Φρολόφ θα ήθελε να φορέσει γρήγορα το καπέλο του, αλλά ήθελε και να δείξει ότι είναι παλικάρι, δεν τον φοβίζει ούτε ο πάγος, ούτε το κρύο, ούτε το χιόνι. Το κοντογούνι του, είναι αλήθεια, τον προφύλαγε από το κρύο. Στο χέρι του κρατούσε ένα λεπτό μαστίγιο σαν φίδι και χτυπούσε ελαφρά τις άσπρες τσόχινες μπότες του.

— Πώς πάει ο δικός μου, ο Λιόσια, κάνει ζαβολιές; ρώτησε με σεβασμό ο Φρολόφ.

— Φυσικά, είναι άτακτο παιδί. Εξάλλου, όλα τα παιδιά κάνουν αταξίες. Μόνο να μην ξεπερνάνε τα όρια — απάντησε η Άννα Βασίλγιεβνα, δείχνοντας ότι είναι έμπειρη παιδαγωγός.

Ο Φρολόφ γέλασε δυνατά:

— Ο δικός μου ο Λιόσια είναι ήσυχο παιδί, ολόιδιος ο πατέρας του!

Αναμέρισε και πέφτοντας με τα γόνατα μέσα στο χιόνι έμοιαζε με μαθητή της πέμπτης τάξης του δημοτικού. Η Άννα Βασίλγιεβνα κούνησε συγκαταβατικά το κεφάλι της και συνέχισε το δρόμο της.



Το διώροφο σχολείο με τα μεγάλα παράθυρα και τους κόκκινους τοίχους του ήταν δίπλα από το δημόσιο δρόμο, περιφραγμένο με φράχτη. Ανάμεσα από την Ουβάροφκα για να εξυπηρετεί τους μαθητές όλης της περιοχής. Οι μαθητές έρχονταν να φοιτήσουν στο σχολείο αυτό από όλα τα περίχωρα, από το συνοικισμό των εργατοϋπαλλήλων του ιπποτροφείου, από το θεραπευτήριο των πετρελαιοεργατών και από το μακρινό συνοικισμό των εργατών τύρφης. Και από τις δυο μεριές του δρόμου μαζεύονταν σαν ρυάκια στην κύρια είσοδο του σχολείου οι σκουφίτσες και τα μαντιλάκια, οι τραγιάσκες και τα καπελάκια, τα μεγάλα γούνινα καπέλα και οι κουκούλες.

— Γεια σας, Άννα Βασίλγιεβνα! αντηχούσε κάθε δευτερόλεπτο πότε ηχηρά και καθαρά και πότε υπόκωφα και σιγανά κάτω από τις σάρπες και με τα τυλιγμένα μέχρι τα μάτια μαντίλια.

Το πρώτο μάθημα της Άννας Βασίλγιεβνα ήταν στην πέμπτη τάξη «Α». Μόλις χτύπησε το κουδούνι, η δασκάλα μπήκε μέσα στην τάξη. Τα παιδιά σηκώθηκαν αθόρυβα, καλημέρισαν τη δασκάλα και κάθισαν στα θρανία τους.

— Σήμερα θα συνεχίσουμε τη διδασκαλία των μερών του λόγου…

Στην τάξη επικράτησε ησυχία, ακουγόταν μόνο ο κρότος του φορτηγού αυτοκινήτου που ανέβαινε με δυσκολία το χιονισμένο δρόμο.

Η Άννα Βασίλγιεβνα θυμήθηκε την ανησυχία που ένιωσε όταν πρωτομπήκε στην τάξη αυτή πριν από δυο χρόνια να διδάξει το πρώτο μάθημα και σαν να ήταν μαθήτρια έλεγε από μέσα της: «Επίθετο είναι μέρος του λόγου… και ουσιαστικό είναι μέρος του λόγου…». Θυμήθηκε ακόμα πως τη βασάνιζε ο φόβος μήπως οι μαθητές δεν την καταλάβουν…

Γέλασε, διόρθωσε τη φουρκέτα στο βαρύ κότσο της και με καθαρή φωνή, νιώθοντας την ηρεμία της σαν ζεστασιά σε όλο το σώμα της, άρχισε: «Ουσιαστικό είναι μέρος του λόγου που προσδιορίζει πρόσωπα, ζώα, πράγματα, ενέργεια, κατάσταση, ιδιότητα, φυσικά φαινόμενα κ.α.». — Για παράδειγμα, μαθητής, βιβλίο κ.α.

— Περάστε.

Στη μισάνοιχτη πόρτα στεκόταν ένας μαθητής με ανόμοιες χιονισμένες τσόχινες μπότες, με στρογγυλό, καμένο από τον πάγο πρόσωπο και κάτασπρα από την πάχνη φρύδια.

— Πάλι άργησες, Σάβουσκιν; όπως και οι περισσότεροι νέοι δάσκαλοι, η Άννα Βασίλγιεβνα ήταν αυστηρή, όμως τώρα η φωνή της ήταν συμπονετική.

Ο Σάβουσκιν νόμισε ότι η δασκάλα τον άφησε να μπει και αδιάφορος πήγε και κάθισε στη θέση του. Η Άννα Βασίλγιεβνα πρόσεξε πως ο μικρός έβαλε τη μουσαμαδένια τσάντα του πάνω στο θρανίο και κάτι ρώτησε το διπλανό του, χωρίς να γυρίσει το κεφάλι — ασφαλώς, ρώτησε ποιο μάθημα διδάσκει η δασκάλα.

Η Άννα Βασίλγιεβνα στενοχωρήθηκε από την αργοπορία του Σάβουσκιν. Για την αργοπορία αυτού του μαθητή παραπονέθηκε πολλές φορές και η δασκάλα της γεωγραφίας, μια κοντή και αδύνατη γριούλα, που έμοιαζε σαν χρυσαλίδα. Η δασκάλα αυτή συχνά παραπονιόταν πότε για το θόρυβο που κάνουν οι μαθητές στην τάξη και πότε για την αφηρημάδα τους. «Τα πρώτα μαθήματα είναι πολύ δύσκολα» — σκεφτόταν η γριούλα. «Φυσικά, αυτοί που δεν μπορούν να εξουσιάσουν τους μαθητές, δεν μπορούν και να διδάξουν έτσι το μάθημα που να τους προκαλεί το ενδιαφέρον» — σκέφτηκε η Άννα Βασίλγιεβνα και της πρότεινε να αλλάξουν τις ώρες των μαθημάτων τους. Τώρα ένιωθε τον εαυτό της ένοχο απέναντι σ’ αυτή την πολύ διορατική γριούλα, που θεώρησε την πρόταση φιλοφροσύνης σαν επιτίμηση.

— Έγιναν σε όλους σας κατανοητά αυτά που είπαμε; στράφηκε η δασκάλα προς τους μαθητές.

— Όλα, όλα!… απάντησαν όλα μαζί τα παιδιά.

— Πολύ καλά. Αφού τα καταλάβατε, φέρτε μερικά παραδείγματα.

Επικράτησε για μερικά δευτερόλεπτα ησυχία και ξαφνικά κάποιος πρόφερε σιγά:

— Γάτα.

— Σωστά, είπε η Άννα Βασίλγιεβνα και αμέσως θυμήθηκε ότι και πέρυσι η πρώτη λέξη ήταν γάτα. Και αμέσως άκουσε πολλές φωνές μαζί:

— Παράθυρο! — Τραπέζι! — Σπίτι! — Δρόμος!

— Σωστά, είπε η Άννα Βασίλγιεβνα.

Η τάξη ζωήρεψε. Η δασκάλα ένιωσε μεγάλη χαρά για τη ζωηράδα των παιδιών, που συνέχισαν να φέρνουν παραδείγματα: Ρόδα, τρακτέρ, πηγάδι, φωλιά κ.α. Από το πίσω θρανίο, όπου καθόταν ο χοντρός Βάσιατκα, ακουγόταν ηχηρά και επίμονα η λέξη:

— Γαρίφαλο… γαρίφαλο… γαρίφαλο…

Και κάποιος άλλος πρόφερε σιγά:

— Πόλη.

— Πόλη, μάλιστα! επιβεβαίωσε η Άννα Βασίλγιεβνα. Και όλη η τάξη με μια φωνή: Δρόμος… Μετρό… Τραμ… Κινηματογραφική ταινία…

— Φτάνει, είπε η δασκάλα, βλέπω ότι τα καταλάβατε.

Οι φωνές έσβησαν απότομα και μόνο ο χοντρός Βάσιατκα συνέχιζε να μουρμουρίζει: «Γαρίφαλο’». Και ξαφνικά σαν να πετάχτηκε από τον ύπνο, ο Σάβουσκιν σηκώθηκε όρθιος και φώναξε δυνατά:

— Χειμερινή βελανιδιά!

Τα παιδιά ξέσπασαν στα γέλια.

— Ησυχία! φώναξε η Άννα Βασίλγιεβνα και χτύπησε με την παλάμη της πάνω στο τραπέζι.

— Χειμερινή βελανιδιά! ξανάπε ο Σάβουσκιν, χωρίς να δίνει σημασία ούτε στα γέλια των μαθητών, ούτε στη φωνή της δασκάλας. Το έλεγε αυτό με έναν δικό του, ιδιόμορφο τρόπο. Τα λόγια του έβγαιναν μέσα από την ψυχή του σαν ευγνωμοσύνη’, σαν ευχάριστο μυστικό, που δεν μπορεί να το αντέξει η πλημμυρισμένη του καρδιά.

Η Άννα Βασίλγιεβνα δεν μπορούσε να καταλάβει αυτή τη συγκίνηση του μικρού και είπε με συγκρατημένο θυμό:

— Και γιατί χειμερινή; Απλώς βελανιδιά!

— Απλώς βελανιδιά — τι λέτε! Χειμερινή βελανιδιά, αυτό είναι ουσιαστικό.

— Κάθισε, Σάβουσκιν, να τι σημαίνει να μην έρχεσαι στο μάθημα κανονικά. Βελανιδιά είναι ουσιαστικό, τι μέρος του λόγου είναι η λέξη «χειμερινή» — θα το μάθετε αργότερα. Στο μεγάλο διάλειμμα κάνε τον κόπο να ’ρθεις στο γραφείο μου.

— Να και η χειμερινή σου βελανιδιά — χαχάνισε κάποιος στο πίσω θρανίο.

Ο Σάβουσκιν κάθισε αναπαυτικά στη μαλακή καρέκλα του γραφείου και κοίταζε αφηρημένα τη δασκάλα.

— Αν έχεις την καλοσύνη, εξήγησέ μου: Γιατί συστηματικά αργείς να ’ρθεις στο μάθημα;

— Δεν ξέρω, Άννα Βασίλγιεβνα, και άνοιξε σαν μεγάλος τα χέρια του. Φεύγω από το σπίτι πάντα μια ώρα πριν αρχίσουν τα μαθήματα.

Της ήταν πολύ δύσκολο να τον πιστέψει. Πολλά παιδιά έμεναν μακρύτερα από τον Σάβουσκιν και κανένα δεν έκανε πάνω από μια ώρα στο δρόμο.

— Μένεις στο Κουζμίνκι;

— Όχι, κοντά στο θεραπευτήριο.

— Και δεν ντρέπεσαι να λες ψέματα; Από το θεραπευτήριο μέχρι το δρόμο είναι δεκαπέντε λεπτά και από το δρόμο μέχρι το σχολείο το πολύ μισή ώρα.

— Δεν έρχομαι από το δρόμο. Έρχομαι από ένα σύντομο μονοπάτι κατευθυνόμενος μέσα από το δάσος — είπε ο Σάβουσκιν σαν να απορούσε…

— «Κατευθείαν» και όχι «κατευθυνόμενος» — τον διόρθωσε η δασκάλα από συνήθεια.

Η δασκάλα στενοχωρούνταν πολύ όταν κάποιο παιδί της έλεγε ψέματα.

— Λυπηρό, Σάβουσκιν, πολύ λυπηρό! Είμαι υποχρεωμένη να μιλήσω στους γονείς σου.

— Άννα Βασίλγιεβνα, μόνο τη μητέρα μου έχω, χαμογέλασε ο Σάβουσκιν.

Η Άννα Βασίλγιεβνα ντράπηκε. Θυμήθηκε τη μητέρα του Σάβουσκιν, την «ανοιχτόκαρδη νοσοκόμα», όπως την έλεγε ο γιος της. Εργαζόταν στο θεραπευτήριο στα μπάνια — αδύνατη, κουρασμένη με ασπρουδερά και πλαδαρά από το ζεστό νερό χέρια. Ο άντρας της είχε σκοτωθεί στον Πατριωτικό Πόλεμο και ανάθρεψε μόνη της εκτός από τον Κόλια και άλλα τρία παιδιά.

— Τότε θα μιλήσω στη μητέρα σου;

— Ελάτε, Άννα Βασίλγιεβνα, η μητέρα μου θα χαρεί πολύ!

Δυστυχώς, μ’ αυτά που θα της πω δε θα τη χαροποιήσω. Η μητέρα σου είναι πρωινή;

— Όχι, είναι δεύτερη βάρδια. Αρχίζει από τις τρεις.

— Πολύ καλά. Εγώ τελειώνω στις δύο. Μετά τα μαθήματα θα με συνοδέψεις…



Το μονοπάτι που ο Σάβουσκιν οδηγούσε την Άννα Βασίλγιεβνα άρχιζε αμέσως από την άκρη του σχολικού κήπου. Μόλις μπήκαν μέσα στο δάσος και τα βαρυφορτωμένα από το χιόνι ελατίσια κλωνάρια διασταυρώνονταν πάνω από τους ώμους τους, βρέθηκαν σε ένα άλλο, μαγεμένο κόσμο της ηρεμίας και της βουβαμάρας. Οι καρακάξες και οι κουρούνες πετούσαν από το ένα δέντρο στο άλλο, κουνούσαν τα κλαδιά, έριχναν κάτω τα κουκουνάρια και καμιά φορά αγγίζοντας με τα φτερά τους έσπαζαν τις τρυφερές ξερές βέργες τους. Όμως τίποτα δεν προκαλούσε ήχο. Μια απέραντη ησυχία επικρατούσε παντού. Η ασπράδα του χιονιού τύφλωνε τα μάτια. Και μόνο μακριά μαύριζαν οι κορυφές των σημύδων που λικνίζονταν από το φύσημα του αέρα.

Το μονοπάτι έτρεχε κατά μήκος του μικρού ποταμού — πότε δίπλα του, ακολουθώντας υπάκουα όλες τις στροφές του και πότε ανεβαίνοντας ψηλά έπεφτε σε έναν απότομο γκρεμό.

Κάποτε τα δέντρα αναμέριζαν και φαίνονταν τα προσήλια γεμάτα από τις περπατησιές των λαγών που έμοιαζαν σαν αλυσιδίτσες του ρολογιού. υπήρχαν και περπατησιές από μεγαλύτερα αγρίμια που έμοιαζαν σαν τριφύλλι. Τα ίχνη χάνονταν μέσα στα πυκνά χαμόκλαδα.

— Ελάφι πέρασε! Λες και ήταν ένας καλός του φίλος, είπε ο Σάβουσκιν, βλέποντας ότι η Άννα Βασίλγιεβνα κοίταξε με προσοχή τα ίχνη. Μόνο μη φοβάστε — πρόσθεσε σαν απάντηση στη φοβισμένη ματιά που έριξε η δασκάλα στο βάθος του δάσους. Το ελάφι είναι ήσυχο.

— Το είδες; ρώτησε ανυπόμονα η δασκάλα.

— Το ίδιο; Ζωντανό; ο Σάβουσκιν αναστέναξε.

— Όχι, δεν έτυχε. Μόνο τα λεπτοκάρυδά του είδα.

— Τι είπες;

— Τις κακαρέντζες του — εξήγησε με κάποια συστολή ο Σάβουσκιν.

Το μονοπάτι αναμέρισε τις λεπτοκαρυές και χώρισε το δάσος στη μέση. Μπροστά φάνηκε μια κάτασπρη κοιλάδα και στο κέντρο της μια θεόρατη επίσης κάτασπρη βελανιδιά. Λες και τα δέντρα από σεβασμό παραχώρησαν τη θέση τους στο μεγαλύτερο αδελφό τους να απλώσει βαθιές ρίζες και να φθάσει την κορυφή του ως τον ουρανό. Τα χαμηλότερα κλαδιά της έπεφταν σαν αντίσκηνο πάνω από το άσπρο χαλί. Το χιόνι κόλλησε στις βαθιές ζαρωματιές του φλοιού της και ο χοντρός κορμός της λες και ήταν τρυπημένος με ασημένιες κλωστές. Η φυλλωσιά της, που είχε ξεραθεί από το φθινόπωρο, δεν είχε πέσει και τα φύλλα της ήταν τυλιγμένα μέσα στις χιονισμένες θήκες.

— Αυτή είναι η χειμερινή βελανιδιά, που σας έλεγα!

Η Άννα Βασίλγιεβνα έκανε ένα διατακτικό βήμα προς τη βελανιδιά και ο τεράστιος μεγαλόψυχος φύλακας του δάσους τη χαιρέτισε με το απαλό άγγιγμα του κλωναριού του.

Ο Σάβουσκιν, αδιαφορώντας για τις σκέψεις της Άννας Βασίλγιεβνα, έφερνε γυροβολιά στον κορμό της βελανιδιάς και τον χάιδευε σαν να ’ταν παλιός του γνώριμος.

— Άννα Βασίλγιεβνα, κοιτάξτε!

Έβγαλε με κόπο ένα σωρό από χιόνι που είχε πιάσει ρίζες στο χώμα μαζί με χορτάρια και φάνηκε μια λακκούβα με σουφρωμένα φύλλα και δίπλα κάτι μυτερές βελόνες. Η δασκάλα υποψιάστηκε ότι είναι σκαντζόχοιρος.

— Κοιτάξτε πώς ζάρωσε! Ο Σάβουσκιν ξέθαψε το χιόνι από τη δεύτερη ρίζα. Υπήρχε μια μικρή σπηλιά και στην άκρη της καθόταν ακίνητος ένας καστανόμαυρος βάτραχος με τεντωμένο το δέρμα του.

Ο Σάβουσκιν τον άγγιξε, όμως ο βάτραχος δεν έδωσε σημεία ζωής.

— Κάνει τον ψόφιο — γέλασε ο μικρός. Ας τον χτυπήσει ο ήλιος και τότε θα δεις πώς θα κάνει.

Ο Σάβουσκιν συνέχιζε να οδηγεί την Άννα Βασίλγιεβνα στο δικό του μακρόκοσμο. Οι ρίζες της βελανιδιάς φιλοξενούσαν πολλούς ακόμα μόνιμους ένοικους: σκαθάρια, σαύρες, μαμούνια. Ορισμένοι ήταν χωμένοι κάτω από τις ρίζες και άλλοι κολλημένοι στις ζαρωματιές του φλοιού. Το μεγάλο και γερό δέντρο είχε συγκεντρώσει γύρω του τόση ζωντανή ζεστασιά, που το κακόμοιρο το άσπρο αγρίμι δεν μπορούσε να βρει καλύτερο καταφύγιο για να κρυφτεί. Η Άννα Βασίλγιεβνα με μεγάλο ενδιαφέρον κοίταζε αυτή την άγνωστη και μυστηριώδη ζωή του δάσους, όταν την ξάφνιασε η φωνή του Σάβουσκιν:

— Τι κρίμα, δε θα προλάβουμε τη μητέρα:

Η Άννα Βασίλγιεβνα κοίταξε βιαστικά το ρολόι της — η ώρα ήταν τέσσερις και τέταρτο. Ένα αίσθημα την είχε πλημμυρίσει, λες και είχε πέσει σε παγίδα. Και νοερά ζητώντας συγνώμη από τη βελανιδιά για τη μικρή της ανθρώπινη πονηριά, είπε:

— Λοιπόν, Σάβουσκιν, αυτό πάει να πει ότι ο συντομότερος δρόμος δεν είναι και ο πιο σωστός. Επομένως, πρέπει να πηγαίνεις από το δημόσιο δρόμο.

Ο Σάβουσκιν έσκυψε το κεφάλι και δεν απάντησε.

«Θεέ μου! Ύστερα απ’ όλα αυτά που είδα, σκέφτηκε η Άννα Βασίλγιεβνα με πόνο. — Πρέπει μήπως να παραδεχτώ την αδυναμία μου;». Θυμήθηκε το σημερινό της μάθημα και όλα τα άλλα μαθήματα που είχε διδάξει: Πόσο φτωχά, αδύναμα και ψυχρά μιλούσε για το λόγο, για τη γλώσσα, για το ότι ο άνθρωπος χωρίς αυτή είναι άλαλος μπροστά στον κόσμο, χωρίς αισθήματα — για τη μητρική του γλώσσα, που είναι τόσο δροσερή, όμορφη και πλούσια, όσο γενναιόδωρη και όμορφη είναι η ζωή.

Και νόμιζε ότι είναι ικανή δασκάλα,! Πολλά έχει να μάθει ακόμα και πρωτ’ απ’ όλα την ανθρώπινη ζωή, την ολοκληρωμένη, την όμορφη, τη χαρούμενη, την ευτυχισμένη. Δύσκολος ο δρόμος. Όμως μπορεί να τον βρει.

— Λοιπόν, Σάβουσκιν, σ’ ευχαριστώ για τον περίπατο. Φυσικά, μπορείς να έρχεσαι και απ’ αυτό το μονοπάτι.

— Εγώ σας ευχαριστώ, Άννα Βασίλγιεβνα.

Ο Σάβουσκιν κοκκίνισε. Ήθελε να πει στη δασκάλα, ότι άλλη φορά δε θα αργήσει από το μάθημα, όμως φοβήθηκε μην τη γελάσει. Σήκωσε το γιακά από το σακάκι του και έχωσε βαθύτερα στο κεφάλι του το μεγάλο γούνινο καπέλο του.

— Θα σας συνοδέψω…

— Δε χρειάζεται, Σάβουσκιν, προτιμώ μόνη μου.

Έριξε μια αμφίβολη ματιά στη δασκάλα, έπιασε μια χοντρή βέργα και της την έδωσε.

— Αν το ελάφι κατά τύχη εμφανιστεί μπροστά σας, χαϊδέψτε το λίγο στην πλάτη και θα σας αφήσει να περάσετε. Ή απλώς φοβίστε το, αυτό φθάνει! Γιατί μπορεί να θυμώσει και να φύγει από το δάσος.

— Πολύ καλά, Σάβουσκιν, δεν πρόκειται να το χτυπήσω.

Η Άννα Βασίλγιεβνα βάδισε λίγο, στάθηκε, γύρισε και κοίταξε για τελευταία φορά τη βελανιδιά, που έλαμπε από τις τελευταίες ακτίνες του ήλιου, και δίπλα στον κορμό της είδε τον Σάβουσκιν: ο μικρός δεν είχε φύγει, από μακριά προστάτευε τη δασκάλα του. Και η Άννα Βασίλγιεβνα κατάλαβε ότι το πιο καταπληκτικό σ’ αυτό το δάσος δεν ήταν η χειμερινή βελανιδιά, αλλά ο μικρός ανθρωπάκος με τις ανόμοιες τσόχινες μπότες του, το μπαλωμένο παντελόνι του και το τριμμένο σακάκι του, γιος στρατιώτη που σκοτώθηκε για την πατρίδα και της «καλόκαρδης νοσοκόμας», αυτός ο υπέροχος και μυστηριώδης πολίτης του μέλλοντος.

Τον αποχαιρέτισε με μια κίνηση του χεριού της και πήρε το ανηφορικό μονοπάτι του γυρισμού.

Γιούρι Ναγκίμπιν (1920) – Η χειμερινή βελανιδιά
“Ανθολογία σοβιετικού διηγήματος” – «Λογοτεχνικές εκδόσεις» 1982



Γιούρι Ναγκίμπιν

Σχέδια Γ.Μπεχράκη


Αντικλείδι , http://antikleidi.com