Τρίτη 27 Δεκεμβρίου 2016

"ΑΦΙΣΕΣ ΜΕ ΑΣΚΗΣΕΙΣ ΧΑΛΑΡΩΣΗΣ ΓΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΩΝ"


Βοηθήστε τους μαθητές να διαχειριστούν τα συναισθήματά τους με χρήσιμες αφίσες εκτόνωσης.
Βρείτε τις αφίσες εδώ και εκτυπώστε τες

Το διάβασα στο fresh-education.blogspot.gr

"ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΟΥ ΤΕΜΠΕΛΗ" -ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ-

papadiamantis

Στην ταβέρνα του Πατσόπουλου, ενώ ο βοριάς φυσούσε, και ψηλά στα βουνά χιόνιζε, ένα πρωί, μπήκε να πιει ένα ρούμι να ζεσταθεί ο μάστρο Παύλος ο Πισκολέτος, διωγμένος από τη γυναίκα του, υβρισμένος από την πεθερά του, δαρμένος από τον κουνιάδο του, ξορκισμένος από την κυρα-Στρατίνα τη σπιτονοικοκυρά του, και φασκελωμένος από το μικρό τρίχρονο γιο του, που ο προκομμένος θείος του τον δίδασκε με επιμέλεια, όπως κάνουν και γονείς ακόμα στα «κατώτερα στρώματα», πώς να μουντζώνει, να βρίζει, να βλαστημάει και να κατεβάζει κάτω σταυρούς, Παναγίες, καντήλια, θυμιατά και κόλλυβα. Κι έπειτα γράψε αθηναϊκά διηγήματα!

Ο προβλεπτικός ταβερνιάρης, για να έρχονται ασκανδάλιστα να ψωνίζουν οι καλές νοικοκυράδες, οι γειτόνισσες, είχε κοντά στα βαρέλια και τα μπουκάλια, πιο πολύ για επίδειξη, λίγο σαπούνι, κόλλα, ρύζι και ζάχαρη, είχε ακόμα και μύλο, για να κόβει καφέ. Αλλά έβλεπε κανείς, πρωί και βράδυ, να βγαίνουν απεριποίητες και μισοχτενισμένες γυναίκες που είχαν το ένα χέρι κάτω από το φόρεμά τους, κοντά στο γοφό, και αυτό σήμαινε, ότι τα ψώνια δεν ήταν σαπούνι, ούτε ρύζι ή ζάχαρη.

Ερχόταν πολλές φορές την ημέρα η γρια-Βασίλω, φτωχή, έρημη και ξένη στα ξένα, που δεν είχε προλήψεις και έπινε φανερά το ρούμι της. Ερχόταν και η κυρά-Κώσταινα η Κλησιάρισσα, που βοηθούσε όσο μπορούσε στην εκκλησία, όρθια κοντά στο μανουάλι, για να στερεώνει τα κεριά, και όσες πεντάρες έπαιρνε την Κυριακή, όλες τις έπινε, με ευσυνείδητη ακρίβεια, τη Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη.

Ερχόταν και η Στρατίνα, νοικοκυρά με δυο σπίτια, που φώναζε στην αυλόπορτα, στο δρόμο και

στο καπηλειό όλα τα μυστικά της, δηλαδή τα μυστικά των άλλων, και ένα μέρος απ’ αυτά έμεναν στην αυλή, ένα μέρος έπεφταν στο καπηλειό, και τα περισσότερα χύνονταν στο δρόμο, και φώναζε δυνατά και με τρόπο υβριστικό τα ονόματα του κόσμου, ποια νοικάρισσα της καθυστερεί δυο νοίκια, ποιος της χρωστάει τον τόκο, ποια γειτόνισσα της πήρε ένα είδος, δανεικό κι αγύριστο.

Ο μαστρο-Δημήτρης ο φραγκοράφτης της χρωστούσε τρία νοίκια, ο μαστρο-Παύλος ο Πισκολέτος πέντε, και το μήνα που έτρεχε, έξι. Η Λενιώ η κουμπάρα της, της πέρασε δεύτερη υποθήκη με πονηριά στο σπίτι, και τώρα ήταν ανάγκη να τρέχει σε δικηγόρους και συμβολαιογράφους, για να εξασφαλίσει το δίκιο της.

Η Κατίνα, η ανεψιά της από τον πρώτο άντρα της, της είχε αφήσει ένα αμανάτι για να την δανείσει δέκα δραχμές, και τώρα, όπως είπαν δυο χρυσοχόοι, αποδείχτηκε ότι το ασημικό ήταν κάλπικο και δεν άξιζε ούτε όσο άξιζαν τα δυο φυσέκια με τις σκουριασμένες μπακίρες που, αφού, κατά τη συνήθειά της (αυτό δεν το έλεγε, αλλά ήταν γνωστό), έβγαλε έξω το γερο-Στρατή, τον άντρα της, την κόρη της, τη Μαργαρίτα και την εγγονή της, τη Λενούλα, άνοιξε την κρυπτή, τοποθέτησε εκεί το ενέχυρο, έβγαλε το κομπόδεμα, πήρε τα φυσέκια και τα έδωσε με τρόπο, που σήμαινε να τα δώσει και να μην τα δώσει στη φτωχή Κατίνα, και φαινόταν σα να κολλούσαν τα χέρια της.

Η Ασημίνα, η παλιά νοικάρισσά της, τραγουδίστρια στο επάγγελμα, όταν ξεκουμπίστηκε κι έφυγε, της χρωστούσε τρία μηνιάτικα κι εννέα ημέρες. Και τα έπιπλα, που έπρεπε βέβαια κατά δίκαιο τρόπο να τα δώσει στη σπιτονοικοκυρά, τα παρέδωσε στον καύκο της, τον τελευταίο αγαπητικό της, που να τσάκιζε το πόδι της, να μην είχε σώσει ποτέ… Και σ’ αυτήν δεν έδωσε άλλο τίποτα, παρά ένα παλιοφυλαχτό εκεί, λιγδιασμένο, και της είπε με τρόπο μυστηριώδη, ότι αυτό είχε μέσα Τίμιο Ξύλο… Σαν γκρεμοτσακίστηκε κι έφυγε, το ανοίγει κι αυτή από περιέργεια, και αντί Τίμιο

Ξύλο, τι βλέπει;… κάτι κουρέλια, τρίχες, τουρκικά γράμματα, σκοντάματα, μαγικά, χαμένα πράματα… Τ’ ακούτε σεις αυτά;

Μπήκε στην ταβέρνα, τρέμοντας, ο μαστρο-Παυλάκης και ζήτησε ένα ρούμι. Το παιδί του καπηλειού, που τον ήξερε καλά, του είπε:

—Έχεις πεντάρα;

Ο άνθρωπος κούνησε τους ώμους του με τρόπο διφορούμενο.

— Βάλε εσύ το ρούμι, είπε.

Πώς να έχει πεντάρα; Καλά και τα λεφτά, καλή κι η δουλειά, καλό και το κρασί, καλή κι η κουβέντα, όλα καλά.
Καλύτερη απ’ όλα η τεμπελιά, το ντόλτσε φαρ νιέντε των αδελφών Ιταλών. Αν τον έβαζαν να συντάξει τον κανονισμό της εβδομάδας, θα όριζε την Κυριακή για σχόλη, τη Δευτέρα για χουζοΰρι, την Τρίτη για σουλάτσο, την Τετάρτη, Πέμπτη και Παρασκευή για εργασία, και το Σάββατο για ξεκούρασμα. Ποιος λέει ότι οι γιορτές είναι πάρα πολλές για τους ορθόδοξους Έλληνες και οι εργάσιμες πολύ λίγες; Αυτά τα λένε όσοι δεν έκαναν ποτέ σωματική εργασία και ξέρουν να φτιάχνουν νόμους μόνο για τους άλλους.
Ακριβώς την ώρα αυτή ήρθε απ’ αντίκρυ ο Δημήτρης ο φραγκοράφτης, για να πιει το πρωινό του. Μόνη παρηγοριά είχε να κάνει αυτά τα συχνά ταξιδάκια, όπως τα ονόμαζε. Σταματούσε για πέντε λεπτά τη δουλειά του, δέκα φορές την ημέρα, κι ερχόταν να πιει ένα κρασί. Έπαιρνε εργασία από τα μαγαζιά και δούλευε σα ράφτης στο δωμάτιό του. Μπήκε και παράγγειλε ένα κρασί. Έπειτα, όταν είδε τον Παύλο:
—Βάλε και του μάστρο-Παυλάκη ένα ρούμι, είπε.

Σα να ήταν σταλμένος από το Θεό, για να λύσει το ζήτημα της πεντάρας, ανάμεσα στον πελάτη και το παιδί του μαγαζιού, κάθισε κοντά στον Παύλο και άρχισε τέτοια κουβέντα, που ήταν βέβαια συνέχεια των δικών του συλλογισμών, όμως στον Παύλο φάνηκαν σα να υπερασπιζόταν τα δικά του παράπονα.

— Πού σκόλη και γιορτή, μαστρο-Παυλέτο, φίλε μου, είπε, ούτε καθισιό, ούτε χουζούρι. Τ’ Άη-Νικολάου δουλέψαμε, τ’ Άη-Σπυρίδωνα δουλέψαμε, την Κυριακή προχθές δουλέψαμε. Έρχονται Χριστούγεννα και θαρρώ πως θα δουλεύουμε, χρονιάρα μέρα…

— Θέλω κάτι να πω, αλλά δεν ξέρω για να τα σταμπάρω περί γραμμάτου μαστρο-Δημήτρη μου, είπε. Μου φαίνεται, πως αυτοί οι μαστόροι, αυτοί οι αρχόντοι, αυτή η κοινωνία πολύ κακά έχουνε διορισμένα τα πράγματα. Αντί να είναι η δουλειά μοιρασμένη ίσια τις καθημερινές, πέφτει μονομιάς και μονομπάντα. Δουλεύουμε βιαστικά τις γιορτάδες, και ύστερα χασομερούμε εβδομάδες και μήνες τις καθημερινές.

— Είναι και η τεμπελιά στο μέσο, είπε με πονηρή αυθάδεια το παιδί του καπηλειού, που επωφελήθηκε από μια στιγμή, που ο αφέντης του είχε συζήτηση στο κατώφλι της πόρτας και δεν μπορούσε ν’ ακούσει.

—Ας είναι, τι να σου κάνει η προκομάδα και η τεμπελιά; είπε ο Δημήτρης. Το σωστό είναι πολλά κεσάτια και λίγη μαζωμένη δουλειά. Καλά λέει ο μαστρό-Παύλος. Άλλο αν είμαι ακαμάτης εγώ, ας πούμε, ή ο Παύλος, ή ο Πέτρος, ή ο Κώστας, ή ο Γκίκας. Εμένα η φαμίλια μου δουλεύει, εγώ δουλεύω, ο γιος μου δουλεύει, το κορίτσι πάει στη μοδίστρα. Και μ’ όλα αυτά δεν μπορούμε ακόμα να βγάλουμε τα νοίκια της κυρα-Στρατίνας. Δουλεύουμε για τη σπιτονοικοκυρά, δουλεύουμε για τον μπακάλη, για το μανάβη, για τον τσαγκάρη, για τον έμπορο. Η κόρη θέλει το λούσο της, ο νέος θέλει το καφενείο του, το ρούχο του, το γλέντι του. Ύστερα, κάμε προκοπή.

— Υγρασία μεγάλη, μαστρο-Δημήτρη, είπε ο Παυλέτος, απαντώντας στις δικές του σκέψεις. Υγρασία κάτω στα μαγαζιά, χαμηλό το μέρος, η δουλειά βαριά, ρευματισμοί, κρυώματα. Ύστερα κόπιασε, αν αγαπάς, να αργάζεις τα τομάρια. Το δικό μας το τομάρι άργασε πια, άργασε…

— Καλά αργασμένο το δικό σου, μαστρο-Παύλο, αυθα-δίασε πάλι ο νεαρός, υπονοώντας ίσως τις σκηνές ανάμεσα στον Παύλο και το γυναικάδελφό του.

Έπειτα μπήκε ο κάπελας. Ο μαστρο-Δημήτρης έφυγε, να συνεχίσει την εργασία του και η συζήτηση σταμάτησε.

Ο μάστρο-Παύλος αφέθηκε στις φαντασίες του. Σάββατο σήμερα, μεθαύριο παραμονή, την άλλη Χριστούγεννα. Να είχε τουλάχιστον λεφτά για ν’ αγοράσει ένα γαλόπουλο, να κάνει κι αυτός Χριστούγεννα στο σπίτι του, όπως όλοι! Μετανοούσε τώρα πικρά, που δεν πήγε τις τελευταίες μέρες στα βυρσοδεψεία να δουλέψει και να βγάλει λίγα λεφτά, για να περάσει φτωχικά τις γιορτές. «Υγρασία μεγάλη, χαμηλό το μέρος, η δουλειά βαριά, κόπιασε να αργάζεις τομάρια! Το δικό μας το τομάρι θέλει άργασμα!»

Είχε ακούσει το λαϊκό μύθο για τον τεμπέλη, που πήγαινε να τον κρεμάσουν και που συμφωνούσε να ζήσει με τον όρο να είναι «βρεμένο το παξιμάδι». Γνώριζε και την άλλη ιστορία για το τεμπελχανιό, που το ίδρυσε, λένε, ο Μεχμέτ Αλής στην πατρίδα του, την Καβάλα. Εκεί, επειδή το κακό είχε παραγίνει, ο επιστάτης σοφίστηκε να στρώνει μια ψάθα, που πάνω σ’ αυτήν ανάγκαζε τους άεργους να ξαπλώνουν. Έπειτα έβαζε φωτιά στην ψάθα. Όποιος προτιμούσε να καεί, παρά να σηκωθεί από τη θέση του, ήταν σωστός τεμπέλης, και είχε δικαίωμα να φάει δωρεάν το πιλάφι. Όποιος σηκωνόταν και έφευγε από τη φωτιά, δεν ήταν σωστός τεμπέλης και έχανε τα δικαιώματα. Τόσοι Βαλλιάνοι, τόσοι Αβέρωφ και Συγγροί, σκεπτόταν ο μασιρο-Παύλος, και κανείς απ’ αυτούς να μην ιδρύσει κάτι παρόμοιο στην Αθήνα!

Ο μάστρο-Παυλάκης τριγύριζε άσκοπα ακόμα δυο μέρες και την άλλη ήταν παραμονή. Το γαλόπουλο δε σταματούσε να το ονειροπολεί και να το ορέγεται. Πώς να το προμηθευτεί;

Αφού νύχτωσε, διωγμένος καθώς ήταν από το σπίτι, αποτόλμησε και ήρθε από ένα πλάγιο δρομάκι και ήταν έτοιμος να χωθεί στο καπηλειό. Ο νους του ήταν κολλημένος στο γαλόπουλο. Θα χρησίμευε αυτό, αν το είχε, και σα μέσο συμφιλίωσης με τη γυναίκα του.

Εκεί, καθώς στράφηκε να μπει στο καπηλειό, βλέπει ένα παιδί της αγοράς, με μια κοφίνα στους ώμους, που φαινόταν ακριβώς να περιέχει ένα γάλο, αγριολάχανα, πορτοκάλια, ίσως και βούτυρο και άλλα καλά πράγματα. Το παιδί κοίταζε δεξιά και αριστερά και φαινόταν να αναζητάει κάποιο σπίτι. Ήταν έτοιμο να μπει στο καπηλειό για να ρωτήσει. Έπειτα είδε τον Παύλο και στράφηκε σ’ αυτόν:

— Ξέρεις, πατριώτη, του λόγου σου, πού είναι εδώ χάμω το σπίτι του κυρ-Θανάση του Μπελιόπουλου;

—Του κυρ-Θανάση του Μπε…

Αστραπή, σαν ιδέα, έλαμψε στο μυαλό του Παύλου.

— Μούπε τον αριθμό και τον ξέχασα. Τώρα γρήγορα έπιασε σπίτι εδώ χάμω, σ’ αυτό το δρόμο… τον είχα μουστερή από πρώτα… μπροστύτερα καθόταν πάρα πέρα, στο Γεράνι.

—Του κυρ-Θανάση του Μπελιοπούλου! αυτοσχέδιασε ο μάστρο-Παύλος· να, εδώ είναι το σπίτι του. Να φωνάξεις την κυρα-Παύλαινα, μέσα στην κάτω κάμαρα, στο ισόγειο… αυτή είναι η νοικοκυρά του… πώς να πω; είναι η γενιά του… την έχει λύσε-δέσε, σ’ όλα τα πάντα… οικονόμισ-σα στο νοικοκυριό του… είναι κουνιάδα του, μαθές θέλω να πω, ανιψιό του… φώναξέ την και δώσε της τα ψώνια.

Και αφού προχώρησε ο ίδιος πέντε βήματα, προς την πόρτα της αυλής, έκανε πως φώναξε:

— Κυρά-Παύλαινα, κόπιασ’ εδώ να πάρεις τα ψώνια, που σου στέλνει ο κύριος… ο αφέντης σου.

Καλά ήρθαν τα πράγματα ως τώρα. Ο μαστρο-Παυλάκης έτριβε τα χέρια του και αισθανόταν στη μύτη του τη μυρωδιά του ψητού γάλου. Και δεν τον ένοιαζε τόσο για το γάλο, αλλά θα συμφιλιωνόταν με τη γυναίκα του. Τη νύχτα την πέρασε σε ένα ολονύχτιο καφενείο και το πρωί πήγε στην εκκλησία.



Όλη τη μέρα προσκολλήθηκε σε μια συντροφιά, έπειτα σε μια άλλη παλιών γνωστών του, στο καπηλειό, που έμενε τις περισσότερες ώρες ανοιχτό, με τα παράθυρα κλεισμένα, και πέρασε με λίγους μεζέδες και αρκετά κεράσματα.

Το βράδυ, αφού νύχτωσε, πήγε με τόλμη από το πολύ πιοτό και από τη θύμηση του γάλου και χτύπησε την πόρτα της οικογένειάς του. Η πόρτα ήταν κλεισμένη από μέσα.

— Καλησπέρα, κυρα-Παύλαινα, φώναξε απ’ έξω, χρόνους πολλούς. Πώς πήγε ο γάλος; Βλέπεις, εγώ πάλε;

Ούτε φωνή, ούτε ακρόαση. Όλη η αυλή ήταν ήσυχη. Τα ισόγεια, οι τρώγλες, τα κοτέτσια της κυρα-Στρατίνας, όλα κοιμούνταν. Ο σκύλος μόνο γνώρισε το μαστρο-Παύλο, έγρυξε λίγο και πάλι ησύχασε.

Υπήρχαν εκεί εκτός από τρεις ή τέσσερις οικογένειες, που κατοικούσαν στ’ ανήλια δωμάτια, δύο γίδες, δώδεκα όρνιθες, τέσσερις γάτες, δυο γαλοπούλες και πολλά ζευγάρια περιστέρια. Οι δυο γίδες κοιμούνταν βαθιά στο σκεπασμένο μαντράκι τους, οι κότες κακάριζαν πνιχτά στα κοτέτσια τους, τα περιστέρια είχαν μαζευτεί στους περιστερώνες έντρομα από το κυνήγι που άρχιζαν εναντίον τους τη νύχτα οι γάτες. Όλοι αυτοί οι θόρυβοι ήταν το ροχάλισμα της κοιμισμένης αυλής.

Αμέσως ακούστηκε κρότος βημάτων στο σπίτι.

— Ε, μάστρο-Παύλε, είπε πλησιάζοντας η κυρα-Στρατίνα, νάχουμε και καλό ρώτημα… Τι γάλος και γαλίζεις και γυαλίζεις και καλό να μώχεις, ασίκη μου; Είδαμε και πάθαμε να σκεπάσουμε το πράμα, να μην προσβαλθεί το σπίτι… Εκείνος που ήταν δικός του ο γάλος, ήρθε μεσάνυχτα κι εφώναζε, έκανε το κακό, και μας φοβέριζε όλους, κι η φαμίλια σου, επειδής τον είχε κόψει το γάλο, μαθές, και τον είχε βάλει στο τσουκάλι, βρέθηκε στα στενά… κλειδώθηκε μες την κάμαρα, και δεν ήξευρε τι να κάμει… Είπε και ο κουνιάδος σου… καλό κελεπούρι ήτανε κι αυτό, μαθές… και επέρασε η φαμίλια σου όλη την ημέρα κλειδομανταλωμένη μέσα, από φόβο μην ξαναέρθει εκείνος πούχε το γάλο και μας φέρει και την αστυνομία… ήταν φόβος να μην προσβαλθεί κι εμένα το σπίτι μου. Άλλη φορά, τέτοια αστεία να μην τα κάνεις, μάστρο-Παυλάκη. Τέτοια προσβολή να λείπει από το σπίτι μου, εμένα, τ’ άκουσες;

Ο μάστρο-Παύλος ρώτησε δειλά:

—Τώρα… είναι μέσα η φαμίλια μου;

— Είναι μέσα όλοι τους, κι έχουνε κλειδωμένα καλά, και το φως κατεβασμένο, για το φόβο των Ιουδαίων. Κοίταξε, μη σε νιώσει από πουθενά, κείνος ο σκιάς88 ο κουνιάδος σου, πάλε…

— Είναι μέσα;

— Ή μέσα είναι, ή όπου είναι έφτασε… να’ κάπου ακούω τη φωνή του.

Ακούστηκε, πράγματι, μια φωνή εκεί κοντά, που δεν υποσχόταν καλά για το νυχτερινό επισκέπτη.

— Ε, μαστρο-Παυλίνε, έλεγε, καλός ήταν ο γάλος…

Ποιος ήταν αυτός που μίλησε, άγνωστο. Τσως να ήταν ο μαστρο-Δημήτρης ο γείτονας. Μπορεί να ήταν και ο φόβερός γυναικάδελφος του μάστρο-Παύλου.

— Και να μην πάρω κι εγώ ένα μεζέ; παραπονέθηκε ωστόσο ο άνθρωπός μας.

—Τι σου χρειάζεται ο μεζές, μαστρο-Παυλάκη μου; επανέλαβε η Στρατίνα. Τα πράματα είναι πολύ σκούρα. Άφσε τα αυτά. Δουλειά, δουλειά! Η δουλειά βγάζει παληκάρια. Ό,τι έγινε-έγινε, να πας να δουλέψεις να μου φέρεις εμένα τα νοίκια μου. Τ’ ακούς;

—Τ’ ακούω.

—Φέρε μου εσύ τον παρά, κι εγώ, με όλη τη φτώχεια, τη θυσιάζω μια γαλοπούλα και τρώμε.

Ακούστηκε από μέσα βραχνό μουρμουρητό, έπειτα φωνή μικρού παιδιού είπε.

— Την υγειά σου, μάτο-Πάλο, τεμελόκυλο, κακέ πατέλα! Τόνε φάαμε το λάλο. Να, πάλε κι εσύ πέντε, κι άλλα πέντε δέκα!

Προφανώς ήταν μέσα ο φοβερός ο γυναικάδελφος, που είχε δασκαλέψει το παιδί να τα φωνάζει αυτά.

— Μη στέκεσαι στιγμή, μαστρο-Παυλέτο, είπε η Στρατίνα. Το καλό που σου θέλω! Δρόμο τώρα, και μεθαύριο δουλειά, δουλειά!…

Ακούστηκε κρότος, σα να σηκώθηκε κάποιος από μέσα και να πλησίαζε με βήμα βαρύ προς την πόρτα.

— Δρόμο, επανέλαβε μηχανικά ο Παύλος, που συμμορφώθηκε έμπρακτα με τη λέξη… δρόμο και δουλειά!

Εφημερίδα «Ακρόπολις», 25 Δεκ. 1896



Παπαδιαμάντης Αλέξανδρος – Διηγήματα για τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά

Το διάβασα στο  Αντικλείδι , http://antikleidi.com

"Ο ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ" - ΟΣΚΑΡ ΟΥΑΪΛΝΤ-

Ο ευτυχισμένος πρίγκιπας, του Όσκαρ Ουάιλντ

Artist: Checanty (detail)

Μια απλά εξαιρετική τρυφερή, συγκινητική ιστορία για την αγάπη, την αλληλοβοήθεια και τη φιλία.
Ψηλά στην πόλη, σε μια ψηλή στήλη, βρισκόταν το άγαλμα του Ευτυχισμένου Πρίγκιπα. Ήταν στολισμένο με λεπτά φύλλα καθαρού χρυσού, για μάτια είχε δύο φωτεινά ζαφείρια, και ένα μεγάλο κόκκινο ρουμπίνι έλαμπε στη λαβή του ξίφους του. Ήταν αξιοθαύμαστος.

«Είναι όμορφος σαν ανεμοδείκτης», παρατήρησε ένας από τους δημοτικούς συμβούλους, που ήθελε να αποκτήσει τη φήμη για το γούστο του στην Τέχνη, «μόνο δεν είναι και τόσο χρήσιμος», πρόσθεσε, φοβούμενος μήπως οι άνθρωποι σκέφτονταν ότι δεν ήταν πρακτικό πνεύμα, πράγμα που στ’ αλήθεια δεν ίσχυε.
«Μοιάζει σαν άγγελος», αναφώνησαν κάποια παιδιά βγαίνοντας από την εκκλησία.
«Πώς το ξέρετε;» Ρώτησε η καθηγήτρια των μαθηματικών, «έχετε δει ποτέ έναν άγγελο;»
«Αχ, έχουμε, στα όνειρά μας!» απάντησαν τα παιδιά. Και η καθηγήτρια των μαθηματικών κατσούφιασε γιατί δεν ενέκρινε να ονειρεύονται τα παιδιά.

Ένα βράδυ πέταξε πάνω από την πόλη ένα Χελιδόνι. Οι φίλοι του είχαν φύγει για την Αίγυπτο έξι εβδομάδες πριν, αλλά αυτό είχε μείνει πίσω, γιατί ήταν ερωτευμένο με την πιο όμορφη καλαμιά. Την είχε γνωρίσει στις αρχές της άνοιξης, καθώς πετούσε πάνω από το ποτάμι μετά από ένα μεγάλο κίτρινο σκώρο, και ένιωσε να τον ελκύει τόσο η λεπτή της μέση,που είχε σταματήσει να της μιλήσει.
«Να σ 'αγαπώ;" είπε το Χελιδόνι, που του άρεσε να μπαίνει αμέσως στο θέμα, και η καλαμιά έκανε ένα χαμηλό τόξο. Έτσι πέταξε γύρω της, αγγίζοντας το νερό με τα φτερά του, και κάνοντας ασημένιους κυματισμούς.
Αυτό ήταν φλερτ του, και κράτησε όλο το καλοκαίρι.

«Είναι μια γελοία προσκόλληση» τιτίβιζαν τα άλλα Χελιδόνια «αυτή δεν έχει χρήματα, και είχε πάρα πολλές σχέσεις» και πράγματι το ποτάμι ήταν γεμάτο από καλαμιές.
Στη συνέχεια, όταν ήρθε το φθινόπωρο, πέταξαν όλα τους μακριά.

Αφού έφυγαν, το Χελιδόνι ένιωθε μοναξιά, και άρχισε να κουράζεται από την αγάπη του. «Δεν μπορεί να κουβεντιάσει», είπε, «και φοβάμαι ότι είναι μια κοκέτα, γιατί πάντα φλερτάρει με τον άνεμο». Και βεβαίως, όταν ο άνεμος φυσούσε, ο καλαμιά έκανε την πιο χαριτωμένη κίνηση.
«Παραδέχομαι ότι είναι ντόπια», συνέχισε, «αλλά αγαπώ τα ταξίδια, και η γυναίκα μου, κατά συνέπεια, θα πρέπει να αγαπά τα ταξίδια, επίσης».
«Θα έρθεις μαζί μου;» είπε, τέλος, αλλά η καλαμιά κούνησε το κεφάλι της αρνητικά, ήταν τόσο δεμένη με το σπίτι της.
«Έπαιζες μαζί μου», φώναξε. «Φεύγω για να τις Πυραμίδες. Αντίο!» και πέταξε μακριά.

Όλη τη μέρα πέταγε, και τη νύχτα έφτασε στην πόλη. «Πού θα κοιμηθώ;» αναρωτήθηκε και τότε είδε το άγαλμα στην ψηλή στήλη.
«Θα κοιμηθώ εκεί πάνω», φώναξε «είναι μια ωραία θέση, με άφθονο καθαρό αέρα».
Έτσι βολεύτηκε ακριβώς ανάμεσα στα πόδια του Πρίγκιπα.
«Έχω μια χρυσή κρεβατοκάμαρα», είπε σιγανά στον εαυτό του όπως κοίταξε γύρω, και ήταν έτοιμος να πάει για ύπνο, αλλά καθώς έβαζε το κεφάλι του κάτω από το φτερό του, μια μεγάλη σταγόνα νερού έπεσε πάνω του.

«Τι περίεργο!» φώναξε «δεν υπάρχει ούτε ένα σύννεφο στον ουρανό, τα αστέρια είναι λαμπερά και όμως βρέχει. Το κλίμα στην βόρεια Ευρώπη είναι πραγματικά φοβερό. Η καλαμιά αγαπούσε τη βροχή, αλλά αυτό ήταν απλώς λόγω του εγωισμού της». Στη συνέχεια, άλλη μια σταγόνα έπεσε.
«Ποια είναι η χρησιμότητα ενός αγάλματος αν δεν μπορεί να κρατήσει τη βροχή μακριά;» αναφώνησε. «Πρέπει να κοιτάξω για μια καλή καμινάδα», είπε, αποφασισμένο να πετάξει μακριά. Αλλά πριν ανοίξει τα φτερά του, μια τρίτη σταγόνα έπεσε, σήκωσε το κεφάλι του, και τότε τον είδε.

Τα μάτια του Ευτυχισμένου Πρίγκιπα ήταν γεμάτα δάκρυα, και μερικά δάκρυα έτρεχαν ήδη στα χρυσαφένια μάγουλά του. Το πρόσωπό του ήταν τόσο όμορφο στο φεγγαρόφωτο που το μικρό Χελιδόνι ένιωσε οίκτο. «Ποιος είσαι;» είπε.
«Είμαι ο Ευτυχισμένος Πρίγκιπας».
«Τότε γιατί κλαίς;» ρώτησε το Χελιδόνι.
«Όταν ήμουν ζωντανός και είχα ανθρώπινη καρδιά», απάντησε το άγαλμα, «δεν ήξερα τι ήταν δάκρυα, γιατί έζησα στο παλάτι του Sans-Souci, όπου η θλίψη δεν επιτρέπεται να εισέλθει. Στη διάρκεια της ημέρας έπαιζα με τους συντρόφους μου στον κήπο, και το βράδυ ήμουν επικεφαλής στον χορό στη Μεγάλη Αίθουσα.
Γύρω από τον κήπο είχε πολύ ψηλούς τοίχους, αλλά ποτέ δεν φρόντισα να ρωτήσω τι υπάρχει πέρα από αυτούς, τα πάντα για μένα ήταν τόσο όμορφα. Οι αυλικοί μου με έλεγαν Ευτυχισμένο Πρίγκιπα, και ήμουν, αν η καλοπέραση θεωρείται ευτυχία.
Έτσι έζησα, και έτσι πέθανα. Αλλά τώρα που είμαι νεκρός και με έχουν εναποθέσει εδώ, τόσο ψηλά ώστε να μπορώ να βλέπω όλες τις ασχήμιες και όλη τη δυστυχία στην πόλη μου, αν και η καρδιά μου είναι κατασκευασμένη από μόλυβδο, δεν μπορώ να κάνω τίποτα άλλο παρά να κλαίω».

«Τι! Δεν είναι όλος από ατόφιο χρυσάφι;» είπε το Χελιδόνι στον εαυτό του. Ήταν πολύ ευγενικός για να κάνει τέτοιες προσωπικές παρατηρήσεις φωναχτά.
«Πολύ μακριά», συνέχισε το άγαλμα σε μια χαμηλή μουσική φωνή, «πολύ μακριά σε ένα μικρό δρόμο υπάρχει ένα φτωχόσπιτο. Ένα από τα παράθυρα είναι ανοιχτά, και μέσα από αυτό μπορώ να δω μια γυναίκα να κάθεται σε ένα τραπέζι. Το πρόσωπό της είναι λεπτό και κουρασμένο, και έχει σκαμμένα, κόκκινα χέρια, όλα τρυπημένα από τη βελόνα, γιατί είναι ράφτρα. Κεντάει λουλούδια του πάθους σε ένα σατέν φόρεμα για τις πιο όμορφες της υπηρέτριες της βασίλισσας για να το φορέσει στον επόμενο χορό. Σε ένα κρεβάτι στη γωνία του δωματίου το αγοράκι της κοιμάται άρρωστο. Έχει πυρετό και ζητάει πορτοκάλια. Η μητέρα του δεν έχει τίποτα να του δώσει παρά μόνο νερό του ποταμού, κι έτσι το αγοράκι κλαίει.
Χελιδόνι, Χελιδονάκι , μικρό μου Χελιδόνι, δεν της πας το ρουμπίνι από το σπαθί μου; Τα πόδια μου είναι τοποθετημένα σε αυτό το βάθρο και δεν μπορώ να πάω εγώ».

«Με περιμένουν στην Αίγυπτο», είπε το Χελιδόνι.
«Οι φίλοι μου πετούν πάνω και κάτω στο Νείλο, και μιλάνε στα μεγάλα άνθη λωτού. Σύντομα θα πάνε για ύπνο στον τάφο του μεγάλου Βασιλιά. Ο Βασιλιάς είναι εκεί, στο ζωγραφισμένο φέρετρό του. Είναι τυλιγμένος σε κίτρινο λινό ύφασμα, και βαλσαμωμένος με μπαχαρικά. Γύρω από το λαιμό του, έχει μια αλυσίδα από ανοιχτό πράσινο νεφρίτη, και τα χέρια του είναι σαν μαραμένα φύλλα».

«Χελιδόνι, Χελιδονάκι, μικρό μου Χελιδόνι», είπε ο πρίγκιπας, «δεν θα μείνεις μαζί μου για μια νύχτα ακόμα, για να είσαι ο αγγελιοφόρος μου; Το αγόρι είναι τόσο διψασμένο, και η μητέρα του θλιμμένη».
«Δεν νομίζω ότι συμπαθώ τα αγόρια», απάντησε το Χελιδόνι. «Το περασμένο καλοκαίρι,όταν έμενα στον ποταμό, υπήρχαν δύο αγενή αγόρια, οι γιοι του μυλωνά, οι οποίοι μου πετούσαν πάντα πέτρες Ποτέ δεν με χτύπησαν, φυσικά. Εμείς τα χελιδόνια πετάμε πολύ καλά, και εκτός αυτού, κατάγομαι από μια οικογένεια γνωστή για την ευκινησία της, αλλά και πάλι, ήταν ένα σημάδι έλλειψης σεβασμού».
Αλλά ο Πρίγκιπας φαινόταν τόσο λυπημένος που το μικρό Χελιδόνι ζήτησε συγγνώμη.
«Έχει πολύ κρύο εδώ», είπε, «αλλά θα μείνω μαζί σου για μια νύχτα ακόμα, και για να σου κάνω τον αγγελιοφόρο». «Σε ευχαριστώ, μικρό μου Χελιδόνι», είπε ο Πρίγκιπας.

Έτσι, το Χελιδόνι έβγαλε το μεγάλο ρουμπίνι από το σπαθί του Πρίγκιπα και πέταξε με αυτό στο ράμφος του, πέρα ​​από τις στέγες της πόλης.
Πέρασε από τον καθεδρικό ναό, όπου υπήρχαν γλυπτά αγγέλων από λευκό μάρμαρο. Πέρασε από το παλάτι και άκουσε τον ήχο του χορού.

Μια όμορφη κοπέλα βγήκε στο μπαλκόνι με τον αγαπημένο της.
«Πόσο υπέροχα είναι τα αστέρια», της είπε, «και πόσο θαυμάσια είναι η δύναμη της αγάπης!»
«Ελπίζω το φόρεμά μου να είναι έτοιμο εγκαίρως για τον χορό», απάντησε
«Έχω παραγγείλει να είναι κεντημένα πάνω του λουλούδια του πάθους, αλλά η ράφτρα είναι τόσο τεμπέλα».

Πέρασε πάνω από τον ποταμό, και είδε τα φανάρια να κρέμονται στα κατάρτια των πλοίων.
Πέρασε πάνω από το Γκέτο, και είδε γέρους Εβραίους να κάνουν παζάρια ο ένας στον άλλον και να ζυγίζουν τα χρήματα.
Επιτέλους έφτασε στο φτωχό σπίτι και κοίταξε μέσα. Το αγόρι στριφογυρνούσε από τον πυρετό στο κρεβάτι του, και η μητέρα του είχε αποκοιμηθεί, καθώς ήταν πολύ κουρασμένη. Αυτό τουλάχιστον ήλπιζε, καθώς άφηνε το μεγάλο ρουμπίνι στο τραπέζι, δίπλα στη δαχτυλήθρα της γυναίκας. Στη συνέχεια πέταξε απαλά γύρω από το κρεβάτι, και άρχισε να αερίζει το μέτωπο του αγοριού με τα φτερά του.
«Πόσο δροσερά αισθάνομαι», είπε το αγόρι, «πρέπει να πηγαίνω καλύτερα». Και βυθίστηκε σε έναν απολαυστικό ύπνο.

Στη συνέχεια το Χελιδόνι πέταξε πίσω στον Ευτυχισμένο Πρίγκιπα, και του είπε τι είχε κάνει.
«Είναι περίεργο», τόνισε, «αλλά αισθάνομαι πολύ ζεστά τώρα, αν και έχει τόσο κρύο».
«Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι έχεις κάνει μια καλή πράξη», είπε ο Πρίγκιπας. Και το μικρό Χελιδόνι άρχισε να σκέφτεται, και στη συνέχεια το πήρε ο ύπνος. Το να σκέφτεται πάντα του έφερνε υπνηλία.

Όταν ξημέρωσε, πέταξε στον ποταμό και έκανε μπάνιο.
«Τι αξιοσημείωτο φαινόμενο», είπε ο καθηγητής της ορνιθολογίας, καθώς περνούσε πάνω από τη γέφυρα. «Ένα χελιδόνι το χειμώνα!» Και έγραψε μια μακρά επιστολή γι'αυτό στην τοπική εφημερίδα. «Το βράδυ θα πάω στην Αίγυπτο», είπε το Χελιδόνι, και ήταν σε μεγάλα κέφια. Επισκέφθηκε όλα τα δημόσια μνημεία, και κάθισε πολύ ώρα στην κορυφή του καμπαναριού της εκκλησίας. Όπου και να πήγαινε τα Σπουργίτια τιτίβιζαν, και έλεγαν το ένα στο άλλο: «τι διακεκριμένος ξένος!» και το ίδιο το Χελιδόνι το απολάμβανε πολύ.

Όταν το φεγγάρι βγήκε πέταξε πίσω στον Ευτυχισμένο Πρίγκιπα.
«Έχεις τίποτα να στείλεις στην Αίγυπτο;» φώναξε, «ξεκινάω τώρα».
«Χελιδόνι, Χελιδονάκι, μικρό μου Χελιδόνι», είπε ο πρίγκιπας, «δεν θα μείνεις μαζί μου άλλη μια νύχτα;»
«Με περιμένουν στην Αίγυπτο», απάντησε το Χελιδόνι. «αύριο οι φίλοι μου θα πετάξουν μέχρι τον δεύτερο καταρράχτη. Σε έναν μεγάλο γρανιτένιο θρόνο κάθεται ο Θεός Μέμνων. Όλη τη νύχτα κοιτά τα αστέρια, και όταν έρχεται το πρωινό φως, βγάζει μία κραυγή χαράς, και μετά μένει σιωπηλός. Το μεσημέρι το κίτρινα λιοντάρια κατεβαίνουν άκρη του νερού για να πιουν νερό. Έχουν μάτια καταπράσινα και ο βρυχηθμός τους είναι πιο δυνατός από κάθε βρυχηθμό του καταρράκτη».

«Χελιδόνι, Χελιδονάκι, μικρό μου Χελιδόνι», αναστέναξε ο πρίγκιπας, «πολύ μακριά στην πόλη βλέπω ένα νεαρό άνδρα σε μια σοφίτα. Σκύβει πάνω από ένα γραφείο καλυμμένο με χαρτιά, και σε ένα ποτήρι δίπλα του, υπάρχει μια δέσμη από μαραμένες βιολέτες. Τα μαλλιά του είναι καφέ και ξερά, και τα χείλη του είναι κόκκινα σαν ρόδι, και έχει μεγάλα και ονειροπόλα μάτια. Προσπαθεί να τελειώσει ένα έργο για τον διευθυντή του Θεάτρου, αλλά κάνει πάρα πολύ κρύο για να γράψει πια. Δεν έχει φωτιά στο τζάκι και η πείνα τον έχει αποδυναμώσει.

«Θα μείνω μαζί σου μια νύχτα ακόμα», είπε το Χελιδόνι, που είχε πραγματικά καλή καρδιά.
«Να πάρω άλλο ρουμπίνι;»
«Δυστυχώς δεν έχω άλλο ρουμπίνι», δήλωσε ο πρίγκιπας «Τα μάτια μου είναι το μόνο που μου έχει μείνει. Είναι κατασκευασμένα από σπάνια ζαφείρια, που τα έφεραν από την Ινδία χίλια χρόνια πριν. Βγάλε το ένα από αυτά και πήγαινέ το σ 'αυτόν. Θα το πουλήσει στον κοσμηματοπώλη, και θα αγοράσει τρόφιμα και καυσόξυλα, και να τελειώσει το έργο του».
«Καλέ μου Πρίγκιπα», είπε το Χελιδόνι, "δεν μπορώ να το κάνω αυτό». Και άρχισε να κλαίει.
«Χελιδόνι, Χελιδονάκι, μικρό μου Χελιδόνι», είπε ο πρίγκιπας, «κάνε όπως σου είπα».

Έτσι, το Χελιδόνι έβγαλε το μάτι του Πρίγκιπα και πέταξε μακριά για τη σοφίτα του φοιτητή. Ήταν αρκετά εύκολο να μπει, δεδομένου ότι υπήρχε μια τρύπα στην οροφή. Ο νεαρός άνδρας είχε κρύψει το κεφάλι του μέσα στα χέρια του, οπότε δεν άκουσε το φτερούγισμα του πουλιού. Όταν το σήκωσε, βρήκε το όμορφο ζαφείρι στις μαραμένες βιολέτες.
«Αρχίζουν να με εκτιμούν», φώναξε «αυτό είναι από κάποια μεγάλη θαυμάστρια. Τώρα μπορώ να τελειώσω το έργο μου». Και έδειχνε αρκετά ευτυχής.

Την επόμενη μέρα το Χελιδόνι πέταξε κάτω στο λιμάνι. Κάθισε στο κατάρτι ενός μεγάλου σκάφους και παρακολούθησε τους ναύτες να τραβούν μερικά σχοινιά. «Πάω στην Αίγυπτο» φώναξε το Χελιδόνι, και όταν το φεγγάρι βγήκε ξανά πέταξε πίσω στον Ευτυχισμένο Πρίγκιπα.
«Έρχομαι για να πω αντίο», φώναξε.
«Χελιδόνι, Χελιδονάκι, μικρό μου Χελιδόνι», είπε ο πρίγκιπας, «δεν θα μείνεις μαζί μου μια νύχτα ακόμα;».
«Είναι χειμώνας», απάντησε το Χελιδόνι, «και το χιόνι θα είναι σύντομα εδώ. Στην Αίγυπτο ο ήλιος είναι ζεστός και έχει πράσινους φοίνικες, και κροκόδειλοι βρίσκονται στη λάσπη και τους κοιτάζουμε νωχελικά. Οι σύντροφοί μου χτίζουνε μια φωλιά στον Ναό του Μπάαλμπεκ. Καλέ μου Πρίγκιπα, πρέπει να σε αφήσω, αλλά ποτέ δεν θα σε ξεχάσω, και την επόμενη άνοιξη θα σου φέρω πίσω δύο πανέμορφα κοσμήματα στη θέση αυτών που έδωσες. Το ρουμπίνι θα είναι πιο κόκκινο από ένα κόκκινο τριαντάφυλλο και το ζαφείρι θα είναι μπλε, όπως η μεγάλη θάλασσα».

«Στην πλατεία κάτω», είπε ο Ευτυχισμένος Πρίγκιπας, «βρίσκεται ένα μικρό κορίτσι που πουλά σπίρτα. Της έπεσαν όμως στην λάσπη. Ο πατέρας της θα την χτυπήσει αν δεν πάει στο σπίτι χρήματα, και έτσι κλαίει. Δεν έχει παπούτσια ή κάλτσες. Βγάλε το άλλο μάτι μου, και δώστο σ’αυτήν, κι ο πατέρας της δεν θα την χτυπήσει».
«Θα μείνω μαζί σου μια νύχτα ακόμα», είπε το Χελιδόνι, «αλλά δεν μπορώ να βγάλω το μάτι σου. Θα είσαι τυφλός μετά».
«Χελιδόνι, Χελιδονάκι, μικρό μου Χελιδόνι», είπε ο πρίγκιπας, «κάνε όπως σου λέω».

Έτσι έβγαλε και το άλλο μάτι του Πρίγκιπα και πέταξε δίπλα από το κορίτσι, και γλίστρησε το κόσμημα στην παλάμη του χεριού της. «Τι υπέροχο κομμάτι από γυαλί» φώναξε το κοριτσάκι και έτρεξε στο σπίτι, γελώντας.
Στη συνέχεια, το Χελιδόνι γύρισε στον Πρίγκιπα. «Είσαι τυφλός τώρα», είπε, «γι 'αυτό θα μείνω μαζί σου πάντα».
«Όχι, μικρό μου Χελιδόνι», είπε ο καημένος Πρίγκιπας, «πρέπει να πας μακριά, στην Αίγυπτο».
«Θα μείνω για πάντα μαζί σου», είπε το Χελιδόνι, και κοιμήθηκε στα πόδια του Πρίγκιπα.

Όλη την επόμενη μέρα κάθισε στον ώμο του Πρίγκιπα και του είπε ιστορίες για το τι είχε δει σε παράξενα εδάφη. Του είπε για τις κόκκινες θρεσκιόρνιθες, που στέκονται στη σειρά στις όχθες του Νείλου, και πιάνουν χρυσόψαρα με τα ράμφη τους, για την Σφίγγα, που είναι τόσο παλιά όσο ο ίδιος ο κόσμος, και ζει στην έρημο, και ξέρει πάντα, για τους εμπόρους, που περπατούν αργά πλάι στις καμήλες τους, και μεταφέρουν κεχριμπαρένιες χάντρες στα χέρια τους, για τον Βασιλιά των βουνών της Σελήνης, ο οποίος, είναι μαύρος σαν τον έβενο και λατρεύει ένα μεγάλο κρύσταλλο, για το μεγάλο πράσινο φίδι που κοιμάται σε ένα φοίνικα, και έχει είκοσι ιερείς για να το ταΐζουν με κέικ μελιού, και για τους πυγμαίους που πλέουν σε μια μεγάλη λίμνη στα μεγάλα επίπεδα φύλλα, και είναι πάντα σε πόλεμο με τις πεταλούδες.

«Αγαπητό μου Χελιδονάκι», είπε ο Πρίγκιπας, «μου λες εκπληκτικά πράγματα, αλλά περισσότερο από ο,τιδήποτε, πιο εκπληκτική είναι η δυστυχία των ανδρών και των γυναικών. Δεν υπάρχει τίποτα τόσο σημαντικό όσο η δυστυχία. Πέταξε πάνω από την πόλη μου, μικρό μου Χελιδόνι, και πες μου τι βλέπεις».

Έτσι το Χελιδόνι πέταξε πάνω από τη μεγάλη πόλη, και είδε τους πλούσιους να είναι χαρούμενοι στα όμορφα σπίτια τους, ενώ οι ζητιάνοι κάθονταν στις πόρτες. Πέταξε σε σκοτεινά δρομάκια, και είδα τα λευκά πρόσωπα πεινασμένων παιδιών να κοιτούν τους μαύρους δρόμους.
Κάτω από μια γέφυρα δύο μικρά αγόρια ήταν αγκαλιά για να κρατηθούν ζεστά.
«Πόσο πεινασμένοι είμαστε!» είπαν. «Δεν επιτρέπεται να βρίσκεστε εδώ», φώναξε ο φρουρός, και βγήκαν στη βροχή.
Στη συνέχεια πέταξε πίσω και είπε στον Πρίγκιπα όσα είχε δει.

«Είμαι καλυμμένος με χρυσάφι», είπε ο Πρίγκιπας, «πρέπει να το βγάλεις φύλλο φύλλο, και να το δώσεις στους ανθρώπους-πάντα πίστευαν ότι ο χρυσός μπορεί να τους κάνει ευτυχισμένους».
Φύλλο φύλλο, το Χελιδόνι πήρε το χρυσάφι μακριά, μέχρι που ο Πρίγκιπας φαινόταν θαμπός και γκρίζος. Φύλλο φύλλο, πήγαινε το χρυσό στους φτωχούς, και τα πρόσωπα των παιδιών κοκκίνισαν, και γέλασαν και έπαιξαν παιχνίδια στο δρόμο.
«Έχουμε ψωμί τώρα!» φώναζαν.

Στη συνέχεια, το χιόνι ήρθε, και μετά το χιόνι ήρθε ο παγετός. Οι δρόμοι φαινόταν σαν να ήταν από ασήμι, τόσο λαμπεροί και γυαλιστεροί. Το καημένο το Χελιδόνι κρύωνε όλο και πιο πολύ, αλλά δεν θα άφηνε τον Πρίγκιπα, που τον αγαπούσε πάρα πολύ. Μάζευε ψίχουλα έξω από την πόρτα του φούρναρη, όταν εκείνος δεν κοιτούσε και προσπαθούσε να κρατηθεί ζεστό με το χτύπημα των φτερών του.

Αλλά τελικά ήξερε ότι επρόκειτο να πεθάνει. Είχε μόνο δύναμη για να πετάξει μέχρι τον ώμο του Πρίγκιπα για μια ακόμη φορά.
«Αντίο, αγαπητέ Πρίγκιπα!» μουρμούρισε, «θα μου επιτρέψεις να φιλήσω το χέρι σου;»
«Χαίρομαι που θα πας στην Αίγυπτο επιτέλους, μικρό μου Χελιδόνι», δήλωσε ο Πρίγκιπας, «έχεις μείνει πολύ καιρό εδώ. Μα πρέπει να με φιλήσεις στα χείλη, γιατί σ 'αγαπώ».
«Δεν θα πάω στην Αίγυπτο», είπε το Χελιδόνι. «Πάω στον οίκο του Θανάτου. Ο θάνατος είναι ο αδελφός του Ύπνου, έτσι δεν είναι;»
Και φίλησε τον Ευτυχισμένο Πρίγκιπα στα χείλη, και έπεσε νεκρός στα πόδια του.

Εκείνη τη στιγμή μια περίεργη ρωγμή ακούστηκε μέσα στο άγαλμα, σαν κάτι να είχε σπάσει. Ήταν η μαύρη, μολυβένια καρδιά που είχε σπάσει στα δύο. Σίγουρα ήταν ένας φοβερά σκληρός παγετός.

Νωρίς το επόμενο πρωί ο Δήμαρχος περπατούσε στην πλατεία, και βλέποντας το άγαλμα, είπε στους δημοτικούς συμβούλους: «πόσο άθλιος φαίνεται ο Ευτυχισμένος Πρίγκιπας!».
«Πόσο άθλιος πραγματικά!" φώναξε ο σύμβουλος, ο οποίος πάντα συμφωνούσε σε με τον Δήμαρχο.
«Το ρουμπίνι έχει βγει από το σπαθί του, τα μάτια του έχουν φύγει, και δεν έχει χρυσό πια», είπε ο Δήμαρχος, «στην πραγματικότητα, είναι λίγο καλύτερος από ένα ζητιάνο!».
«Λίγο καλύτερος από ένα ζητιάνο», είπαν οι δημοτικοί σύμβουλοι.
«Και υπάρχει ένα νεκρό πουλί στα πόδια του!» συνέχισε ο Δήμαρχος. «Πρέπει να εκδοθεί μια διακήρυξη ότι τα πουλιά δεν επιτρέπεται να πεθαίνουν εδώ». Και η γραμματέας σημείωσε την πρόταση.

Έτσι γκρέμισαν το άγαλμα του Πρίγκιπα. «Αφού δεν είναι πλέον όμορφος δεν είναι χρήσιμος», δήλωσε ο Καθηγητής Τέχνης στο Πανεπιστήμιο.
Στη συνέχεια έλιωσαν το άγαλμα σε μια κάμινο, και ο Δήμαρχος είχε μια συνάντηση με τους συμβούλους για να αποφασίσουν τι θα γίνει με το μέταλλο. «Πρέπει να έχουμε ένα άλλο άγαλμα, φυσικά», είπε, «και πρέπει να είναι ένα άγαλμα δικό μου».
«Δικό μου», δήλωσε ο κάθε Σύμβουλος, και άρχισαν να μαλώνουν. Την τελευταία φορά που άκουσα γι’αυτούς μάλωναν ακόμα.
«Τι παράξενο πράγμα!» είπαν οι εργάτες στα χυτήρια. «Αυτή η σπασμένη καρδιά δεν λιώνει στο φούρνο. Πρέπει να την πετάξουμε». Έτσι την πέταξαν εκεί που είχαν πετάξει και το νεκρό Χελιδόνι.

«Φέρε μου τα δύο πιο πολύτιμα πράγματα της πόλης», είπε ο Θεός σε έναν από τους αγγέλους του, και ο άγγελος του έφερε τη μαύρη καρδιά και το νεκρό πουλί.
«Έχεις επιλέξει σωστά», είπε ο Θεός, «στο κήπο του Παραδείσου αυτό το μικρό πουλί θα τραγουδά για πάντα, και στην πόλη του χρυσού ο Ευτυχισμένος Πρίγκιπας θα με δοξαζει».

Όσκαρ Ουάιλντ (Oscar Wilde)

Το διάβασα στο Thessaloniki Arts and Culture http://www.thessalonikiartsandculture.gr

"ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ"

Αποτέλεσμα εικόνας για χριστούγεννα εικόνες


                 ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΜΕ ΥΓΕΙΑ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΗ !!!

Παρασκευή 23 Δεκεμβρίου 2016

Γ. ΝΤΑΛΑΡΑΣ: ΕΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΕΝΗ Φ.

Aκολουθεί ένα υπέροχο τραγούδι ....



ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΣΤΗΝ ΗΡΩΙΚΗ ΔΑΣΚΑΛΑ ΕΛΕΝΗ ΦΩΚΑ, ΠΟΥ ΕΠΕΜΕΙΝΕ ΝΑ ΠΑΡΑΜΕΙΝΕΙ ΣΤΑ ΚΑΤΕΧΟΜΕΝΑ ΚΑΙ ΝΑ ΔΙΔΑΣΚΕΙ ΤΑ ΕΚΕΙ ΕΓΚΛΩΒΙΣΜΕΝΑ ΕΛΛΗΝΟΠΟΥΛΑ.

ΣΤΙΧΟΙ :
ΧΑΡΗΣ ΚΑΙ ΠΑΝΟΣ ΚΑΤΣΙΜΙΧΑΣ, 

ΜΟΥΣΙΚΗ: ΓΚΟΡΑΝ ΜΠΡΕΓΚΟΒΙΤΣ.

ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΔΑΦΝΗΣ- Ο ΞΕΝΟΣ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ -

Αποτέλεσμα εικόνας για χριστούγεννα εικόνες

Με τα παιδιάτικα μάτια μου έβλεπα, πίσω απ’ το τζάμι, τη σημαία του Παλαμηδιού, του κάστρου τ’ Αναπλιού, ψηλά, και το σκοπό τυλιγμένο στο μανδύα του να πηγαινοέρχεται στην τάπια*, με το τουφέκι στον ώμο. Στο φόντο του ουρανού, η σιλουέτα του γραφόταν τεράστια, επιβλητική. Κάμποσες οργιές πιο κάτω, σάλευαν χαμόκλαδα κι οι φραγκοσυκιές πρασίνιζαν κρεμασμένες στο βάραθρο, πάνω από τη βενετσιάνικη σκάλα – 999 σκαλοπάτια.

Εκείνη η μέρα, η γκρίζα, η βουβή, ήταν τα Χριστούγεννα.

Τα καρτερούσαμε με τόσον πόθο, μικροί και μεγάλοι. Εμείς για να λευτερωθούμε από τα θρανία του σκολειού, κι εκείνοι από τη μονοτονία της δουλειάς, να γιορτάσουμε στη λιακάδα, στο ξέφωτο, που κάποιες φορές γιομίζει θάματα τον κάμπο μας με μυρουδιές από άγρια ζαμπάκια* και με τις πορτοκαλιές φορτωμένες μικρούς ήλιους. Μα να, που ο χειμώνας μας έκλεισε μέσα και περιόρισε σε σπιτιάτικο το γιορτάσι.

Ήταν ευτυχισμένα τα χρόνια εκείνα, τα ειρηνικά. Τα σπίτια μας «πλήρη πάσης αγαθότητος» ευώδιαζαν από τα φρεσκοψημένα χριστόψωμα, αντηχούσαν από κάλαντα και μουσικά όργανα, θυμούμαι πως το μεσημέρι καθίσαμε στο τραπέζι πιο πολλοί από δώδεκα νομάτοι… Μα για να καθίσουμε, έπρεπε να περιμένουμε τον παππού, που θα ‘ρχόταν από τ’ ‘Αργος. Κι ο παππούς άργησε κομμάτι, κι ήρθε, χτυπημένες οι δώδεκα, γιατί το τρένο είχε καθυστέρηση.

Ήρθε ο παππούς και μ’ όλα του τα γεράματα ανέβηκε σαν πουλί την ξυλένια σκάλα, κι η βράκα του η μεταξωτή έτριζε, φρου φρου, ανεβαίνοντας. Στο άνοιγμα της πόρτας, η λεβέντικη κορμοστασιά του μας φανερώθηκε σαν άγγελος Παρουσίας, πατριαρχική. Στραβά το κόκκινο φέσι με τη γαλάζια φούντα ανάριχτη στον ώμο, φρεσκοξυρισμένος, πασίχαρος.

– Γεια χαρά σας!

– Καλώς τον παππού! Χρόνια πολλά!

– Καλά και τιμημένα!

– Αμήν, παππού!



το χριστουγεννιάτικο δέντρο – Albert Chevallier Tayler – 1911

Καθίσαμε στο τραπέζι. Στην κορφή ο παππούς. Βγάζοντας το φέσι του, το ‘ριξε στο «μεντέρι»*, έπειτα σήκωσε τις παλάμες και χάιδεψε τ’ άσπρα του μαλλιά, που φούντωναν γύρω στο κεφάλι σαν αγιοστέφανο. Πήρανε γύρω θέσεις οι μπαρμπάδες, οι θειάδες, τα πρωτοξαδέλφια, ολάκερο το σόι. Η ξαδελφούλα η Αγγελικούλα η ωραιοκάμωτη, βοηθούσε τη μητέρα στο συγύρισμα του τραπεζιού.

Σαν δώρο βασιλικό, πάνω σε ασπίδα γυαλιστερή, πρόβαλλε ο ψητός διάνος, παραγεμισμένος με κάστανα και κουκουνάρια και μπαχαρικά. Ένα μεγάλο χριστόψωμο κόπηκε φέτες. Η μυρουδιά των ψητών κεντούσε τα ρουθούνια Στο παλιό τζάκι τρίζανε τα ξύλα… Ο παππούς σήκωσε το χέρι και σταυροκοπήθηκε και τόνε μιμηθήκαμε όλοι.

Οι άνθρωποι στις επαρχίες τρώνε. Δηλαδή το κάνουν δουλειά το φαγοπότι, κι ένα χριστουγεννιάτικο τραπέζι γίνεται σωστή τελετουργία. Για τούτο δεν πρέπει να φανεί παράξενο, πως το βασίλεμα του ήλιου βρήκε τους περισσότερους μας στο τραπέζι ακόμη, φορτωμένο με πορτοκαλόφλουδες και τσόφλια καρυδιών και ποτήρια, που όσο ν’ αδειάσουν, γιόμιζαν κοκκινέλι της Περαχώρας και γλυκόπιοτο Αγιωργίτικο…

Ωστόσο ο καιρός χειροτέρευε. Τα τζάμια της τραπεζαρίας νοτισμένα, δείχνανε πως όξω το κρύο έσφιγγε. Σε μια στιγμή η ψυχοκόρη μας η Βαγιώ, μπαίνοντας με τη μπουκάλα γιομάτη είπε:

– Χιονίζει όξω… Απόψε θα το στρώσει!

– Η φωτιά μας κοντεύει να σβήσει! είπε η μητέρα. Βαγιώ, πήγαινε στο κατώι να φέρεις ξύλα.

Το κατώι ήταν κοντά στη σκάλα, υπόγειο τούρκικου σπιτιού, όπου σωριάζαμε τις σοδειές της χρονιάς, γιομάτο πιθάρια, σκάφες, ξύλα και κάρβουνα. Η Βαγιώ άναψε το λυχνάρι και κατέβηκε. Μα σε λίγο ξαναήρθε, χωρίς ξύλα, αλαφιασμένη και χλωμή. Το σβησμένο λυχνάρι έτρεμε στα χέρια της.

– Μπα! τι έχεις, Βαγιώ; Τι τρέχει;

– Κυρά! Κάποιος είναι… κάποιος… τσέβδιζε η χωριατοπούλα.

– Μίλα καλά! Τι λες;

– Κάποιος είναι, λέω κυρά… κάτου από τη σκάλα… κουβαριασμένος… Και φοβάμαι, η έρμη…

– Δημήτρη Άντε να ιδείς πρόσταξε ο παππούς έναν από τους θείους μου.

Ο Δημήτρης σηκώθηκε και γρήγορα ακούστηκαν οι μπότες του να τρίζουν, κατεβαίνοντας τη σκάλα.

– Κανέναν καλικάντζαρο θα ’δε η Βαγιώ! γέλασε ο δεύτερος θειος μου ο Θανάσης, χαράζοντας κάστανα και χώνοντας τα στη θράκα.

Μα σε λίγο ακούστηκαν πάλι περπατησιές στη σκάλα και ομιλίες. Η πόρτα άνοιξε και φανερώθηκε πάλι ο Δημήτρης, μα όχι μόνος. Ένας άλλος άνθρωπος άγνωστος ήταν μαζί του, που θα ‘λεγε κανείς πως ο θειος μου τον έφερνε με το στανιό.

-Έμπα μέσα! του ‘λεγε. Μην ντρέπεσαι! Χρονιάρα μέρα σήμερα… Έμπα να ζεσταθείς! Μα κείνος φαινότανε πως κομπιάζει, ώσπου ο θείος μου τον έσπρωξε αλαφρά από τον ώμο και ο ξένος βρέθηκε στην τραπεζαρία.

– Τι είναι τούτος; ρώτησε ο παππούς.

– Δεν τόνε βλέπετε; Ζητιάνος, ο φουκαράς! Καθότανε μαζεμένος κάτου από τη σκάλα και τρεμούλιαζε σαν ζαγάρι. Και κάνει ένα ξεροβόρι όξω. Μπρρρ…



Χριστουγεννιάτικη ώρα -Eastman Johnson – 1864

Κοιτάξαμε τον ξένο. Η κακομοιριά έβγαινε απ’ όλο του το κορμί θα ‘τανε πενηντάρης, λιγνός, κίτρινος, τα γένια του ψαρά κι αχτένιστα, μοιάζανε με αφάνα*. Ούτε κασκέτο φορούσε, ούτε παπούτσια. Ήτανε σκεπασμένος με κάτι κουρέλια, που αφήνανε γυμνά εδώ και κει τα μέλη του.

Μόλις βρέθηκε μέσα, γύρισε τα μάτια του γύρω φοβισμένα, σαν αγρίμι, και ύστερα κοίταξε και την πόρτα που την έκλεινε η κορμοστασιά του θειου μου, του Δημήτρη. Έκανε μια κίνηση, σα να ‘θελε να ξεφύγει, μα ο παππούς μου του χαμογέλασε καλόβολα και του είπε με τη γλυκιά φωνή του:

– Γιατί; Κάτσε κειδά, στο τζάκι, να ζεσταθείς, καψερέ…

Εκείνος, ακόμα δίσταζε. Ο Δημήτρης προχώρησε, και ακουμπώντας το χέρι του στον ώμο τον ησύχασε.

– Κάτσε, που σου λέμε. Κάτι θα βρεθεί δα και για σένα. Εδώ είμαστε όλοι χριστουγεννιάτικοι. Θαν το κάψουμε σήμερα…

Ήτανε στο κέφι ο θειος μου. Γιόμισε ένα ποτήρι κρασί ως τα χείλια, το ‘δωσε στον ξένο και του είπε:

-Πιε το, αδελφέ μου, να πάνε κάτου τα φαρμάκια! Γιοματάρι ξέρεις… Έλα, ρούφα το!

Ο άγνωστος πήρε το ποτήρι, και καθώς το χέρι του έτρεμε, χύθηκε λίγο κρασί στο χαλί. Κοίταξε χάμου.

– Να με συμπαθάτε… μουρμούρισε βραχνά.

-Δεν πειράζει δα… Χρόνια πολλά – γούρι είναι, του απάντησαν. Με μια ρουφηξιά άδειασε το ποτήρι του.

-Μπράβο σου! φώναξε ο Δημήτρης. Και τώρα, αδελφέ, κάτσε κει, να την τυλώσεις*…

Η φωτιά, θρεμμένη με νέα κούτσουρα, λαμπάδιαζε πρόσχαρα. Ο άνθρωπος, καθισμένος σταυροπόδι μπροστά στο τζάκι, κρατούσε ανάμεσα στα γόνατα του το πιάτο με το κρέας, που του είχε φέρει η Βαγιώ και μασούλιζε λαίμαργα, κοιτάζοντας πότε πότε, κλεφτά τους άλλους γύρω. Σε κάποια στιγμή, η μητέρα μου τόνε ρώτησε:

-Από πού είσαι, μπάρμπα; Ο άνθρωπος δε μίλησε αμέσως. Σταμάτησε το μάσημα και σήκωσε το πρόσωπο, κοιτάζοντάς τηνε.

– Ντόπιος; ξαναρώτησε η μητέρα μου. Με φωνή βαθιά, σα φερμένη από μάκρος, από καμιά σπηλιά, μουρμούρισε:

-Όχι… ξωμερίτης* είμαι…

-Και δεν έχεις φαμελιά; Δεν έχεις σπίτι;

– ‘Ε, Ανθή, φτάνει, πρόσταξε ο παππούς. Ας δίνουμε του φτωχού, κι ας μη ρωτάμε.

Είχαν επισημότητα τα λόγια κείνα του παππού, που καθισμένος στην πολυθρόνα του, φάνταζε μεγαλόπρεπος σαν ο Δίας ο Ξένιος. «Ας μη ρωτάμε…». Βράδιαζε πια.

Η Βαγιώ άναψε την κρεμαστή λάμπα κι έφερε τους καφέδες. Ο ξένος πάστρευε το πιάτο του.

Άξαφνα μέσα στη βραδινή σιγαλιά, ακούστηκε μια τουφεκιά, κι αμέσως δεύτερη και τρίτη και τέταρτη, η μια πάνω στην άλλη. Μαζί ακούστηκαν φωνές φερμένες από πέρα, άλλες από το κάστρο, το Παλαμήδι, φωνές ταραγμένες. Οι άντρες μας πετάχτηκαν όρθιοι, οι γυναίκες τρομαγμένες.

– Κάτι γίνεται στο Παλαμήδι! είπε ο παππούς, ο πολύξερος. Άντρες και γυναίκες βγήκανε στο μπαλκόνι, χωρίς πια να λογαριάζουνε το κρύο. Στη δυτική τάπια του Παλαμηδιού, που είναι κατά την πόλη στραμμένη, φώτα σαλεύανε βιαστικά. Πέσανε, ακόμη τρεις τουφεκιές. Και ύστερ’ από δυο στιγμές, ένα ξαφνικό σάλπισμα ξέσκισε τον παγωμένο αέρα, τρεμόσυρτο, σερτό μες στο σκοτάδι.

Οι καμάρες του Ίτς Καλέ*, αντιλάλησαν τη λαχτάρα του χαλκού. Ένας ξάδελφός μου, ο Κοσμάς, που είχε κάνει και λοχίας στα ιππικά, εξήγησε:

-Ά, το ξέρω ‘γω το σάλπισμα τούτο. Κατάδικος το ‘σκασε από κει πάνω! Μπήκαμε όλοι στην τραπεζαρία. Δε μιλούσε κανένας. Η σιωπή βάραινε απάνω στα πράγματα, και οι ματιές των αντρών σ’ ένα κορμί, διπλωμένο μπροστά στο τζάκι… Μια δυνατή πνοή ανέμου άνοιξε τη μπαλκονόπορτα κι έσβησε τη λάμπα.

Ά!… Έκαναν ξαφνιασμένες οι γυναίκες. Το αντιλάρισμα* της φωτιάς έπεφτε κοκκινωπό πάνω στον χριστουγεννιάτικο ξένο μας, τον άγνωστο, και φώτιζε τη στεγνή του όψη, τα γκρίζα γένια του… Τώρα και των γυναικών οι ματιές βάραιναν απάνω του. Σαν να κατάλαβε την αγωνία μας, ο άνθρωπος σηκώθηκε απότομα και, χωρίς να μας καληνυχτίσει, χωρίς να βγάλει άχνα, προχώρησε γρήγορα στην πόρτα, κολλητά στον τοίχο και χάθηκε σαν φάντασμα. Δεν ακούστηκε ούτε η περπατησιά του στη σκάλα…

τάπια: προμαχώνας. ζαμπάκι: το φυτό νάρκισσος.

μεντέρι: είδος χαμηλού καναπέ.

αφάνα: είδος θάμνου αγκαθωτού. να την τυλώσεις: να γεμίσεις την κοιλιά σου, να χορτάσεις.

ξωμερίτης: αυτός που κατάγεται από άλλο μέρος· όχι ντόπιος.

Ίτς Καλέ: μέρος του φρουρίου.

αντιλάρισμα:
τρεμοφέγγισμα





Ο Στέφανος Δάφνης (Άργος, 1882 – Αθήνα, 14 Ιουλίου 1947) ήταν Έλληνας ποιητής, θεατρικός συγγραφέας και δημοσιογράφος. Το πραγματικό του ονοματεπώνυμο ήταν Θρασύβουλος Ζωιόπουλος.

Το διάβασα στο Αντικλείδι , http://antikleidi.com

Παρασκευή 16 Δεκεμβρίου 2016

"Η ΟΜΟΡΦΗ ΙΣΛΑΝΔΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ... ΤΗΝ ΠΑΡΑΜΟΝΗ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ"

Αποτέλεσμα εικόνας για ΒΙΒΛΊΟ

Οι λάτρεις του βιβλίου σίγουρα θα ήθελαν να υιοθετήσουν αυτό το υπέροχο χριστουγεννιάτικο έθιμο από την Ισλανδία, που οποία συνδυάζει λογοτεχνία και διακοπές, δύο σε ένα!


Οι Ισλανδοί λοιπόν, την παραμονή των Χριστουγέννων δωρίζουν ο ένας στον άλλο βιβλία και στη συνέχεια περνάνε τη νύχτα διαβάζοντας. Το έθιμο αυτό τόσο βαθιά ριζωμένο στην κουλτούρα τους , που κάθε χρόνο τέτοια εποχή, τα σπίτια πλημμυρίζουν βιβλία. Δεν είναι τυχαίο εξάλλου που η πλειοψηφία των βιβλίων στην Ισλανδία πωλείται μεταξύ Σεπτεμβρίου – Δεκεμβρίου στο πλαίσιο της προετοιμασίας για τα Χριστούγεννα.



Σ αυτή την εποχή του χρόνου, τα περισσότερα νοικοκυριά θα λάβουν τον ετήσιο δωρεάν κατάλογο βιβλίων των καινούριων εκδόσεων που ονομάζεται Bokatidindi, έτσι ώστε να επιλέξουν ποια απ αυτά θέλουν να αγοράσουν, τροφοδοτώντας τη “ραχοκοκαλιά της εκδοτικής βιομηχανίας.”

“Είναι σαν την εκπυρσοκρότηση του όπλου για την έναρξη του αγώνα», λέει ο Baldur Bjarnason , ένας ερευνητής ο οποίος έχει γράψει για τη βιομηχανία του ισλανδικού βιβλίου. “Δεν είναι απλά ένας τυχαίος κατάλογος που μοιράζεται στα γραμματοκιβώτια κι όλοι θα τον αγνοήσουν. Τα βιβλία έχουν εξέχουσα σημασία εδώ.”

Το μικρό αυτό νησί, με πληθυσμό μόλις 329.000 άτομα, έχει μία εξαιρετική λογοτεχνική αύρα. Αγαπούν να διαβάζουν και να γράφουν.

Σύμφωνα με ένα άρθρο του BBC , «Η χώρα έχει τους περισσότερους συγγραφείς, τα περισσότερα βιβλία που έχουν εκδοθεί και διαβάζονται, κατά κεφαλήν, περισσότερα βιβλία απ΄ οπουδήποτε αλλού στον κόσμο … Μάλιστα ένας στους 10 Ισλανδοί θα δημοσιεύσει κάποια στιγμή στη ζωή του ένα βιβλίο

Ένα ακόμα ιδιαίτερο γνώρισμα της σχέσης των Ισλανδών με το βιβλίο, είναι η αξία που αποδίδεται στο χαρτί, αφού τα e – books δεν είναι και τόσο δημοφιλή όσο στις υπόλοιπες δυτικές χώρες. Ένας ιδιοκτήτης βιβλιοπωλείου υπογραμμίζει ότι το έντυπο βιβλίο είναι ένα τεράστιο δώρο για τη χώρα.

Ακούγεται σαν θαυμάσια παράδοση, ιδανική για ένα χειμωνιάτικο βράδυ . Είναι κάτι που σίγουρα θα ευχόμασταν να το ενσωματώσουμε και στην δική μας Χριστουγεννιάτικη παράδοση, γιατί όπως και να χει ο συνδυασμός των γιορτών με ένα καλό βιβλίο είναι σίγουρα μία πολύ ελκυστική πρόταση για αυτούς που το αγαπάνε πολύ.

Το διάβασα στο Αντικλείδι , http://antikleidi.com