Τετάρτη 3 Φεβρουαρίου 2016

Τρίτη 2 Φεβρουαρίου 2016

Εννοιολογικός χάρτης για τις λιθοσφαιρικές πλάκες και βίντεο

Ακολουθεί Εννοιολογικός χάρτης για τη θεωρία και τα τρία βασικά είδη κινήσεων των λιθοσφαιρικών πλακών με τις αντίστοιχες επιπτώσεις τους.

Εννοιολογικός χάρτης για τις λιθοσφαιρικές πλάκες | ΦΩΤΟΔΕΝΤΡΟ

Ακολουθεί βίντεο για τις λιθοσφαιρικές πλάκες, τις κινήσεις τους και την διαμόρφωση του αναγλύφου της γης.
                             
                                  Γιατί κινούνται οι λιθοσφαιρικές πλάκες; Ακολουθεί βίντεο.


Πηγές:www.fotodentro.edu.gr , www.youtube.com , www.google.gr

"Ο ΧΑΡΤΗΣ ΤΩΝ ΛΙΘΟΣΦΑΙΡΙΚΩΝ ΠΛΑΚΩΝ" -ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ-ΓΕΩΛΟΓΙΑ Α΄ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ-

"Η ΒΑΛΣΑΜΩΜΕΝΗ ΓΙΑΓΙΑ"-Η ΚΑΛΥΤΕΡΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΑΙΝΙΑ ANIMATION 2015-


Η ταινία «My Stuffed Granny», φτιαγμένη με την τεχνική του stop-motion, αφηγείται την ιστορία της μικρής Σοφίας που αγαπάει τη γκρινιάρα γιαγιά της, παρόλο που είναι πάντα πεινασμένη και τρώει τα λίγα τρόφιμα που μπορούν να αγοράσουν. Η σύνταξή της γιαγιάς είναι το μόνο πράγμα που βοηθά εκείνη και τον πατέρα της να ζουν και κάποια στιγμή όταν η γιαγιά πεθαίνει πρέπει να βρουν έναν τρόπο να τα βγάλουν πέρα.

To εξαιρετικό φιλμάκι εστιάζει στη σχέση της εγγονής με τη γιαγιά της, κλείνοντας με αισιοδοξία το μάτι στην κρίση που αντιμετωπίζει η κοινωνία σήμερα: Ένα κοριτσάκι προσπαθεί να φυτρώσει σποράκια από υπολειπόμενα φαγητά, για να ταΐσει όλη την οικογένεια.
Το animation της Έφης Παππά έχει συμμετάσχει και διακριθεί σε πολλά Φεστιβάλ -,μεταξύ άλλων, κέρδισε το Ειδικό Βραβείο της επιτροπής στο Φεστιβάλ Ταινιών Anime του Τόκιο- ενώ απέσπασε και το πρώτο βραβείο Καλύτερη ελληνική ταινία animation 2015 στην ψηφοφορία της ASIFA Hellas.



Πηγή:www.tvxs.gr

"ΑΞΙΖΩ ΤΕΛΙΚΑ ΟΠΩΣ ΕΙΜΑΙ"



Γράφει η Ευτεχνία

-Ήρθε η ώρα και είναι τώρα! Ο γιος Τάκης-Λιονταράκης φώναξε δυνατά και έτρεξε προς τον πατέρα του. Καθόταν στην πολυθρόνα του σαλονιού. Διάβαζε την εφημερίδα βυθισμένος στις ειδήσεις και τις σκέψεις του.

-Έλα, μπαμπά. Σε χρειάζομαι, είπε με βιασύνη.
-Γιε μου, σε λίγο.

Πάντα έτσι ήταν ο μπαμπάς του. Όλο έτσι ήταν. Το σε λίγο γινόταν επ’ αόριστον αναμονή. Είχε και τις γλυκές στιγμές του, αλλά κυρίως όταν τα θηράματα ήταν νόστιμα. Αγάπη με προϋποθέσεις. Έτσι είναι οι πατεράδες με τους γιους. Έπαινος με το σταγονόμετρο. Σύγκρουση με το τσουβάλι. Παρ’ όλα αυτά ένιωθε πως κατά βάθος τον αγαπούσε. Άλλωστε γιος του ήταν. Μια ευαισθησία θα την είχε αυτήν την φορά. Τα πράγματα ήταν σοβαρά.

Ήρθε η ώρα. Το μυστικό αργούσε να βγει. Διστακτικά, αλλά αποφασιστικά είπε:

-Τα παιδιά στο σχολείο της ζούγκλας με κοροϊδεύουν… είπε χαμηλόφωνα.
-Εντάξει, και σε μένα συνέβαινε. Δεν πειράζει. Καλό είναι τελικά. Είσαι και λίγο μαλακός σαν το βούτυρο. Μήπως σου χρειάζεται και λίγο;
-Δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα! Φώναξε μονομιάς
– Μειώνουν τον ανδρισμό μου και την γενναιοψυχία μου, επειδή έχω τρία πόδια. Ψυχολογικά αρχίζω να επηρεάζομαι. Μήπως έχουν δίκιο;

Τότε ο πατέρας Λέων λύγισε και προβληματισμένος σκέφτηκε την δική του ιστορία.

Ήταν μικρός και οι συμμαθητές του τον είχαν απομονώσει από όλη την παρέα γιατί εκείνοι ήθελαν να έχουν το ρόλο του ηγέτη στη ζούγκλα. Μα άνδρωσε το ανάστημά του, απομακρύνθηκε από την παρέα και προχώρησε.
Μα ήταν άλλες εποχές. Εξάλλου ήταν αρτιμελής. Τα λόγια τους δεν είχαν κάποιον συγκεκριμένο στόχο. Μετά την φωνή της μνήμης του επανήλθε και ρώτησε.

-Ναι, γιε μου. Κάτι θα κάνουμε. Οπωσδήποτε!

Η βία δεν είναι εξυπνάδα. Είναι ανανδρία. Αυτή η απάντηση άφησε τον γιο Λιονταράκη χωρίς φωνή, μα γεμάτο συγκίνηση. Ήταν ο πατέρας που ήθελε… Παρών. Τελικά η κακοποίησή του ήταν αφορμή να βγει μια από τις καλές κρυφές πλευρές του πατέρα του.

-Εμπρός! Πάμε!
Σε λίγα λεπτά κάθονταν σε ένα πελώριο λευκό καναπέ της κυρίας κουκουβάγιας. Οι συμβουλές της ήταν πολύτιμες. Εξάλλου το όνομα που της χάρισαν πατέρας και γιος τα έλεγε όλα. Προοπτική για τη νέα αρχή. Ακολούθησε η συνάντηση με τον διευθυντή του σχολείου και η επόμενη μέρα ήρθε.Μια νέα μέρα. Όλα ίδια, μα τόσο διαφορετικά. Αναγέννηση. Άλλη ψυχή και άλλο σώμα. Τώρα ήξεραν. Τώρα ήξερε πως δεν ήταν μόνος. Είχε δύναμη και γνώση. Είχε βρει την αλήθεια του και τον πατέρα του με παρουσία αισθητή.
Ας μην ξεχάσουμε τις ευαισθησίες του βασιλιά που ως τώρα ήταν καταχωνιασμένες στο κρυφό ντουλάπι της καρδιάς του. Ήρθε η ώρα της απάντησης.
Ο γιος Λιονταράκης έγραψε στον τοίχο του σχολείου του ένα μήνυμα. «ΑΞΙΖΩ ΤΕΛΙΚΑ ΟΠΩΣ ΕΙΜΑΙ!»

Πηγές:enallaktikidrasi , www.hamomilaki.gr

"ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΧΡΕΙΑΖΟΝΤΑΙ ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ..."-PHILIP PULLMAN-


Ο Φίλιπ Πούλμαν (Philip Pullman) είναι ένας Βρετανός συγγραφέας που έχει τιμηθεί με πολυάριθμα βραβεία. Το παρακάτω κείμενο το έγραψε για τη δέκατη επέτειο του Astrid Lindgren Memorial Award το 2012.

«Τα παιδιά χρειάζονται τέχνη και ιστορίες και ποιήματα και μουσική όσο χρειάζονται αγάπη και φαγητό και καθαρό αέρα και παιχνίδι. Αν δεν δώσεις σε ένα παιδί τροφή, η ζημιά γίνεται γρήγορα ορατή. Αν δεν αφήσεις ένα παιδί να έχει καθαρό αέρα και παιχνίδι, η ζημιά είναι επίσης ορατή, αλλά όχι τόσο γρήγορα. Αν δεν δώσεις σε ένα παιδί αγάπη, η ζημιά μπορεί να μην είναι φανερή για μερικά χρόνια, αλλά είναι μόνιμη.

Αλλά αν δεν δώσεις σε ένα παιδί τέχνη και ιστορίες και ποιήματα και μουσική, η ζημιά δεν είναι τόσο εύκολα ορατή. Είναι εκεί όμως. Τα σώματα τους είναι αρκετά υγιή. Μπορούν να τρέξουν και να πηδήξουν και να κολυμπήσουν και να φάνε λαίμαργα και να κάνουν πολύ θόρυβο, όπως έκαναν πάντα τα παιδιά, αλλά κάτι λείπει. Είναι αλήθεια ότι μερικοί άνθρωποι μεγαλώνουν χωρίς να συναντήσουν ποτέ κάποιου είδους τέχνη, και είναι απόλυτα ευχαριστημένοι και ζουν καλές και πολύτιμες ζωές, και στων οποίων τα σπίτια δεν υπάρχουν βιβλία, και δεν ενδιαφέρονται πολύ για τις εικόνες, και δεν βρίσκουν κάποιο νόημα στη μουσική. Λοιπόν, αυτό είναι εντάξει. Ξέρω τέτοιους ανθρώπους. Είναι καλοί γείτονες και χρήσιμοι πολίτες.

Όμως άλλοι άνθρωποι, σε κάποιο στάδιο της παιδικής ή νεανικής τους ηλικίας, ή ακόμη και σε μεγαλύτερη ηλικία, έρχονται αντιμέτωποι με κάτι από ένα είδος που δεν ονειρεύτηκαν ποτέ. Είναι τόσο ξένο σε αυτούς όσο η σκοτεινή πλευρά της σελήνης. Αλλά μία μέρα ακούν μία φωνή στο ραδιόφωνο να διαβάζει ένα ποίημα, ή περνούν από ένα σπίτι με ένα ανοιχτό παράθυρο όπου κάποιος παίζει πιάνο, ή βλέπουν μία αφίσα από έναν συγκεκριμένο πίνακα σε κάποιου τον τοίχο, και τους αγγίζει τόσο πολύ που αισθάνονται ζαλάδα. Τίποτα δεν τους προετοίμασε γι’αυτό.Ξαφνικά συνειδητοποιούν ότι είναι γεμάτοι με μία λαχτάρα, παρόλο που δεν είχαν καμία ιδέα πριν ένα λεπτό. Μία λαχτάρα για κάτι τόσο γλυκό και τόσο απολαυστικό που σχεδόν τους πληγώνει. Κλαίνε σχεδόν, αισθάνονται λύπη και χαρά και μόνοι και ευπρόσδεκτοι από αυτήν την εντελώς νέα και παράξενη εμπειρία, και θέλουν απεγνωσμένα να πλησιάσουν το ραδιόφωνο, παραμένουν έξω από το παράθυρο, δεν μπορούν να πάρουν τα μάτια τους από την αφίσα. Το ήθελαν αυτό, το χρειαζόντουσαν όπως ένας πεινασμένος χρειάζεται τροφή, και δεν το ήξεραν. Δεν είχαν ιδέα.»

Πηγές:greekteachers , www.hamomilaki.gr

"ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ"



Σαν σήμερα 1 Φεβρουαρίου 1940 το απόγευμα πέθανε από συγκοπή καρδιάς μέσα σε τραμ, πηγαίνοντας σε συνεδρίαση της Ακαδημίας Αθηνών ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου. Λογοτέχνης,ποιητής,διηγηματογράφος,δημοσιογράφος, κριτικός τέχνης και ακαδημαϊκός (δείτε στο τέλος του άρθρου τη βιογραφία του).

Ας απολαύσουμε ένα δείγμα γραφής του με το διήγημα "το άλογο"

Ένα κάρρο ανέβαινε από τα σφαγεία. Μέσα έφερνε ένα βώδι σφαγμένο με τα πόδια στον ουρανό. Απάνω στο σφαχτό καθόταν ο καρροτσέρης, ένας άνθρωπος μελαχροινός με ψαρά γένεια και το παιδί του. Το κάρρο κυλιώταν αργά, νωθρά μέσα στη γαλήνη.

Ήταν Απρίλης, είχε πέσει το βράδυ κι΄άναβαν τα φώτα. Από το καμουτσίκι, ένα μαδημένο σκοινί, μπορούσε να καταλάβη κανείς πως ο καρροτσέρης αγαπούσε τ΄άλογο. Το καμουτσίκι έπεφτε στα καπούλια πολύ ελαφρά σαν παιγνίδι. Και σ΄ όλον τον ανήφορο από τα σφαγεία ίσα με την πόλη αυτό το άλογο δεν άκουσε βρισιά, μήτε προσταγή, παρά τη φωνή: «Έλα Κύρκο, άϊντε Κύρκο». Έτσι μ΄αυτό το χάδι ανέβαινε και σέρνοντας το κάρρο, ένα σφαχτό και δυό ανθρώπους.

-Που λες, είπεν ο γέρος καρροτσέρης και φτύνοντας καπνό, που λες, ο Κύρκος έχει φιλότιμο. Να τ΄ακούς εσύ, που κάποτε το χτυπάς. Δεν τα δέρνουν τα ζα. Το ζω είναι άνθρωπος. Και τέτοιο άλογο που το βρίσκεις; Σαν τούτο! Μας τρέφει όλους, που λες. Δίνει ψωμί εμένα, εσένα και της μάνας σου, των αδελφιών σου, του σπιτιού. Ένα ζω να θρέφη οκτώ ανθρώπους!... Θα πης εγώ δουλεύω. Αμ΄αυτό δουλεύει πρώτα κ΄ύστερα ΄γω. Γιατί αυτό είναι δουλευτής που δε βρίσκεται. Είν΄από τη Σερβία. Χρεωθήκαμε να το πάρουμε. Δεν τα ξέρεις εσύ.

Πέρασε κάμποση ώρα σιωπής.

Το παιδί έπαιζε με την ουρά του βωδιού. Ο γέρος έφτυνε τον καπνό λέγοντας πότε-πότε: Φτου φαρμάκι! Έπειτα ξανάρχισε:

-Που λες…. Πόσες αραμπαδιές έφερε ο Κύρκος απ΄τα νταμάρια… Κανένα άλογο δεν κουβάλησε τόση πέτρα, τόσο λιθάρι. Δώδεκα δραχμές την ημέρα. Μας έσωσε. Κι΄απ΄την Πεντέλη, πριν πάρουμε κάρρο δικό μας, είχε ζευτεί και τράβαγε μάρμαρο και κακό. Να μάρμαρο! Θεώρατο, για αγάλματα, που λες. Και να πης πως δεν ήτανε άγριο! Ήταν, όμως εγώ του μιλώ. «Κύρκο», να του πης, ακούει αυτός, γιατί το ζω καταλαβαίνει. Τα βάσανά μας, τη φτώχεια… όλα. Και πως εγώ είμαι άρρωστος, το ξέρει κι΄αυτό.

Το κάρρο πήγαινε βαρειά. Οι ρόδες βροντούσαν με το ρυθμό τους, εκείνο το ρυθμό που ξέρετε, που τον ακούτε κάποτε τη νύχτα, μόνον αυτόν, μέσα στην πόλη. Ξανάρχισε ο γέρος:

- Άκου. Αύριο τα΄άλογο και το κάρρο και τη δουλειά θα την πάρης εσύ. Εγώ δεν μπορώ. Ξέρεις που η μέση μου πονεί. Να, θα πέσω. Μούπε ο γιατρός να μη δουλεύω. Και τι να κάμης, έλα ντε. Ζήσε χωρίς δουλειά μια φαμίλια οχτώ στόματα. Έ! Που καταντήσαμε. Να κουβαλούμε απ΄τα σφαγεία δυόμισυ δραχμές την ημέρα. Τι να κάμης, πως ν΄ανεβής σε νταμάρι, άρρωστο κορμί; Κ΄η αδελφή σου κίτρινη σε κακό χάλι! Ναι. Η Βγενιώ την είδες πως είναι; Αυτά θέλουν γιατρούς, παράδες… - Είμαστε δυστυχισμένοι, άκου παιδί μου. Κύττα να δουλέψης. Μην το κάνης σαν το αφιλότιμο το μεγαλείτερο. Ο Θεός να τον παιδέψη αυτόν. Κύτταξε συ να πάρης τη δουλειά. Να πάρης τον Κύρκο να τον ξαναπάς στα νταμάρια, να βγάλουμε ψωμί. Να γιατρευτώ κι΄εγώ. Και η μάννα σου να μη ξενοπλένη, κι΄η Βγενιώ να κάνη χρώμα που βήχει το κορίτσι…. Βήχει τα΄ακούς; Να τον βγάλης εδώ τον ανήφορο! Έλα σιγά! Χάϊδευέ τον στο λαιμό. Άϊντε Κύρκο…
Το παιδί πήδησε κάτω, έπιασε τα΄άλογο κα τραβούσε. Ο γέρος έβλεπε με ανάπαυση τη λιγερή σκιά του παιδιού, το τολμηρό του χέρι που κρατούσε τα λουριά, έβλεπε τη συνέχειά του. Αυτό το παιδί θα γενή καλός καρροτσέρης. Ναι! Είναι τόσο δύσκολο να ιδή κανείς το παιδί του να μπαίνει στον ίσιο δρόμο, να παίρνη την πατρική δουλειά και να την σέρνει στο μέλλον, να την κάνη κάτι αιώνιο, σαν νάναι ο ίδιος ο γέρος ξαναγεννημένος!

Πέρασαν εμπρός από κάποιο εικόνισμα του δρόμου. Ο γέρος έβγαλε την ψάθα του και σταυροκοπήθηκε μέσα στο σκοτάδι. Ήταν άρρωστος, σακατεμένος, όμως δε σταυροκοπήθηκε για τον εαυτό του. Είπε: «Θέ μου, κάμε να μη βήχη το κορίτσι η Βγενιώ. Κάμε τούτο το παιδί να πάρη στα χέρια του το κάρρο με τον Κύρκο. Και για μένα, ό,τι πεις».
Έπειτα συλλογίστηκε το σπίτι του, ένα άθλιο χάλασμα στους Αέρηδες και μέσα τα παιδιά του που φώναζαν, η γυναίκα του επάνω σε μια σκάφη, το κορίτσι του σ΄ένα κρεββάτι μ΄εκείνο το βήχα, που δεν μπορείς να τον ακούς, κι΄ο γιατρός νάρχεται να λέη «φάρμακα, αέρας, λουτρά», όλα τα πράμματα που δεν γίνονται. Τα συλλογίστηκε όλα.

Το κάρρο είχε προχωρήσει πολύ μέσα στη πόλη, όταν άκουσε μια φωνή:
-Άλτ!

Η φωνή ερχόταν από μακρυά και δεν κατάλαβε πως ήταν γι αυτόν. Όμως το «Άλτ»! ξανακούστηκε. Το κάρρο σταμάτησε. Τρεις στρατιώτες του πυροβολικού κι΄ένας δεκανέας με τα όπλα στον ώμο, πλησίασαν.

-Έλα, κατέβα κάτω, είπε ο δεκανέας.

-Σ΄εμένα το λες;

-Άειντε, γειά σου, κατέβα να μη χάνουμε καιρό.

-Και γιατί;

-Κουβέντα θέλεις, πατριώτη; Το κάρρο θα το πάμε στον στρατώνα. Επιστρατεία έχομε. Τώρα το μαθαίνεις;

-Επιστρατεία…

-Ναι, γειά σου. Αναγκαστική εισφορά. Πιάστε από κει να ξεφορτώσουμε…Άειντε γειά σου. Τι έχεις μέσα…

-Κοτζάμ βώδι!

-Να το ρίξης κάτω.

-Έτσι μες στο δρόμο; Για στάσου, βρέ παιδί, τ΄είναι τούτα; Θα το πάω στην αγορά. Έχω δουλειά, έχω μεροκάματο.

-Το μεροκάματο κυττάς, καημένε, ή που φεύγει απόψε το σύνταγμα; χωρατεύεις;

-Για εξήγα μου, χριστιανέ μου… Για πές… πως παίρνεις έτσι τα΄άλογο τ΄αλλουνού, απ΄το δρόμο… Έτσι το λέει ο νόμος.!

-Τώρα θα σου ξηγήσω και το νόμο; Εμπρός βοηθάτε από δω. Σύντομα.

Είπεν ο δεκανέας κι΄οι στρατιώτες ανέβηκαν στις ρόδες. Πιάνοντας κι΄οι τρεις έσυραν το βώδι προς τα έξω. Το μαύρο σφαχτό έπεσε με βρόντο βαρύ κάτω στο πεζοδρόμιο.

- Έλα μάρς! Είπεν ο δεκανέας. Κόπιασε κοντά, πατριώτη.

- Που κοντά;

- Στον στρατώνα να πάρης τον αριθμό σου. Κι΄ύστερ΄απ΄τον πόλεμο, αν γίνη πόλεμος, ύστερ΄απ΄την επιστρατεία τέλος πάντων, νάρθης να πάρης τ΄άλογό σου και το κάρρο, ή να πληρωθής απ΄το δημόσιο αν σκοτωθή το ζω.

Ο γέρος γύρισε και κύτταξε το βώδι πούταν πεσμένο στο δρόμο. Είπε στο παιδί του: «Κάτσε αυτού ως που ναρθώ».Το παιδί έπεσε απάνω στο βώδι και ξεκουραζόταν. Ο γέρος ακολουθούσε το κάρρο. Δεν έλεγε τίποτα. Ένας στρατιώτης εκεί που πήγαιναν χωρίς καμμιά κουβέντα, γύρισε και τούπε: -Άμ ό,τι έχουμε και δεν έχουμε, πατριώτη, θα το δώσουμε για την πατρίδα.

Ο γέρος μετά κάμποση ώρα του απήντησε:

-Ποιος λέει όχι. Για την πατρίδα είν΄όλα. Μα ο Θεός δίνει σε κάποιους, βλέπεις, έξη παιδιά. Κ΄ετούτη η δόλια καρδιά που έχουμε, σάμπως μπορείς να την κάμης όποτε θέλεις πέτρα στο νταμάρι; Για να μην ακούη; Πάντα καρδιά είναι.

-Καραβάσης! Εφώναξε ο δεκανέας στον στρατιώτη πούσερνε το άλογο. Τράβα γρήγορα.

Φτάσανε στον στρατώνα κι΄έμπασαν το κάρρο στην αυλή φωνάζοντας «έ! ώ! 'ιπ!». Το σύνταγμα ετοιμαζόταν. Θάφευγε τα μεσάνυχτα. Ο γέρος στάθηκε κι άκουγε το θόρυβο της αυλής. Οι έφεδροι χόρευαν, πηδούσαν, τάραζαν τον κόσμο από τις φωνές. Τα τραγούδια, τα λιανοτράγουδα, τα λησμονημένα, τα παληά, ηχούσαν τόσο χαρωπά, σε τόνο που ποτέ δεν τους έδωκε το κρασί, ποτέ τα πανηγύρια. Τούτο το μεθύσι και ο χάρος κεραστής, πρώτη φορά τώβλεπεν ο γέρος. Έβλεπε του χορού τους τρελλούς γύρους, το χορευτή πούτρεμε το κορμί του στον αέρα, το πηλήκιο που σφενδονιζότανε ψηλά. Ανάμεσα στο τραγούδι, χίλιοι θόρυβοι, της καινούργιας αρβύλας το βιαστικό πάτημα, η προσταγή, το κάρφωμα κασσονιών, το φόρτωμα, πετάλων χτυπήματα στη γη, προσταγές ωργισμένες, τρεξίματα άφηναν ν΄ακούγεται το μεγάλο λαχάνιασμα της επιστρατείας. Πολίτες έμπαιναν μέσα ψάχνοντας για δικούς των, φωνάζοντας ονόματα στο σωρό. Και διαβάτες και χαμίνια. Και φούστες μεταξένιες έκαναν θόρυβο, ακολουθώντας κάποιο παιδί, έφεδρο, που πήγαινε να φορέση το σάκκο, πλέοντας μέσα στην πλατειά στολή. Κάποιοι κρατούσαν εκεί στην άκρη μια σημαία. Ένας παππάς από κάτω, φορώντας φυσεκλίκια σταυρωτά στο στήθος, μιλούσε στους άλλους για την ελευθερία και το Χριστό. Ένας έφεδρος στο φανάρι διάβαζεν εφημερίδα. Κι΄άλλος έγραφε στο γόνα με το μολύβι. Το τραγούδι χυνόταν δυνατό από στόματα που γελούσαν.

Μέσα στο σάλαγο σκιές, δυό-δυό, γλιστρούσαν κοντά στο τοίχο, στο σκοτάδι, χέρια έπεφταν απάνω σε ώμους, απελπισμένα. Τα λόγια γίνονταν συντρίμματα μέσα στα δάκρυα, κι΄ένοιωθες τους μεγάλους χωρισμούς, που έχουν τη σιωπή και την επισημότητα του τέλος του θανάτου. Χέρια ζαρωμένα έσφιγγαν τα ζωντανά κορμιά των εφέδρων μ΄όση δύναμη αγκαλιάζει κανείς μια ενθύμηση, ένα σημάδι, μια σκιά, κάτι που έπαυσε ποια να υπάρχη. Τα δάκρυα έτρεχαν και τα μαντήλια έπιναν. Άκουγες ένα φιλί, μια καρδιά που χτυπούσε στο σκοτάδι.

Ο γέρος ήταν μόνος σ΄αυτό το πανηγύρι. Κανένα δεν ήξερε και δεν τον ήξερε κανένας. Όμως προχώρησε στο βάθος εκεί που ήταν αραδιασμένα κάμποσα κάρρα και το δικό του μαζί. Ο Κύρκος σήκωσε το κεφάλι προς αυτόν και φύσηξε με τα πλατιά του ρουθούνια. Ο γέρος άπλωσε τα χέρια και τον έπιασε απ΄το λαιμό.

Κι΄εκεί στη γωνιά παράμερα, ένας άνθρωπος μιλούσε μ΄ένα άλογο.

-Δε θα σε ξαναϊδώ… ‘Ε, δουλευτή… Έ, παλληκάρι… Και στο σπίτι δεν ξέρουν τίποτα. Μήτε η κυρά σου. Μήτε η Βγενιώ, κατάλαβες. Μια φαμίλια σε χάνει… Ήμουν άρρωστος, βρε Κύρκο, μα τώρα είμαι πεθαμένος. Πας στο καλό. Κι΄ό,τι θα σ΄έδινα στο γιό μου, κατάλαβες… Στα νταμάρια ν΄ανεβής…Να κατεβάσης αραμπαδιές. Δουλευτή, έ δουλευτή… Θα σε πάρουνε… Και ποιός ξέρει που θα πεθάνης… και πως…στρατιώτης ... Κύρκο… βρε… έ, Κύρκο, που μας αφίνεις!

Ένας στρατιώτης πλησιάζει ψάχνοντας στο σκοτάδι:

-Άειντε, καϋμένε γέρο! Τη δουλειά σου θάχωμε; Άειντε να πάρης τον αριθμό.

Ο γέρος μπήκε σ΄ένα γραφείο, πήρε κάποιο χαρτί, το έβαλε στον κόρφο. Έπειτα βρέθηκε στο δρόμο. Πήγαινε αργά, νωχελικά με το κεφάλι κάτου προς το μέρος που άφησε το σφαχτό με το παιδί.
Πολλοί γύριζαν απ΄το στρατώνα, μοναχοί, μα μέσα σ΄αυτούς ο καρροτσέρης ο πεζός, ο γέρος, ήταν ο πιο μοναχός.
Ζαχαρίας Παπαντωνίου - Το άλογο

Βιογραφία
Γεννήθηκε στη Γρανίτσα Ευρυτανίας τον Φεβρουάριο του 1877 και πέρασε τα πρώτα χρόνια της ζωής του στη Γρανίτσα, όπου υπηρετούσε ως δάσκαλος ο πατέρας του. Το 1890 έφυγαν και εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα. Τελείωσε το γυμνάσιο και γράφτηκε στην Ιατρική Σχολή Αθηνών, την οποία δεν τελείωσε ποτέ. Παράλληλα σπουδάζει ζωγραφική. Αφοσιώθηκε από νωρίς στη δημοσιογραφία (που ήταν το μεγάλο του πάθος), ως πολιτικός αρθρογράφος, χρονογράφος και συγγραφέας τεχνοκριτικών άρθρων. "Ακρόπολις", "Εφημερίδα των Συζητήσεων", "Σκριπ", "Χρόνος", "Εμπρός" ως ανταποκριτής της στο Παρίσι για τρία χρόνια στην οποία και δημοσίευσε τα Παρισινά Γράμματα τα οποία έκαναν μεγάλη εντύπωση όταν κυκλοφόρησαν μετά τον θάνατο του σε τόμο ως Φιλολογικά Χρονογραφήματα. "Παναθήναια", "Νουμάς", "Καλλιτέχνης", "Νέα Ζωή", "Νέα Εστία", "Ελεύθερο Βήμα" κλπ., είναι τα έντυπα που φιλοξένησαν γραπτά του. Αφοσιώθηκε από νωρίς στη δημοσιογραφία (που ήταν το μεγάλο του πάθος), ως πολιτικός αρθρογράφος, χρονογράφος και συγγραφέας τεχνοκριτικών άρθρων.

Το 1912 έως το 1917 γίνεται Νομάρχης στη Ζάκυνθο, στην Καλαμάτα και άλλες πόλεις από την κυβέρνηση Βενιζέλου και το 1919 διορίζεται διευθυντής της Εθνικής Πινακοθήκης, όπου παρέμεινε 20 χρόνια. Το 1923 έλαβε το Αριστείον των Γραμμάτων και Τεχνών και το 1938 έγινε ακαδημαϊκός στην έδρα της Λογοτεχνίας, οπότε και εκφώνησε τον εισιτήριο λόγο του για τον Δομήνικο Θεοτοκόπουλο στη δημοτική γλώσσα.

Τον χαρακτήρισαν "πρίγκιπα του νεοελληνικού λόγου", ενώ αποτύπωσε στο χαρτί την ελληνική επαρχία, με έμφαση στην ιδιαίτερη πατρίδα του. Ως διηγηματογράφος χρησιμοποιεί τη δημοτική.       Το περιεχόμενο των διηγημάτων του είναι ποικίλο, οι τύποι του παρμένοι από την αστική επαρχιακή ζωή. Χαρακτηριστικό του γνώρισμα, η φυσιολατρία.
Η ποίησή του ως προς τη στιχουργία χαρακτηρίζεται από ευχέρεια, επιμέλεια και μετρική ποικιλία. Ως προς τη μορφή είναι γραφική, ως προς το περιεχόμενο απαισιόδοξη. Ως σχολικός ποιητής και συγγραφέας, είναι ενθουσιώδης οπαδός της συναισθηματικής αγωγής. Από ηθική άποψη οπαδός των ομαδικών ιδεωδών. Ενδεικτική είναι η γνώμη του Γρηγορίου Ξενοπούλου, ο οποίος το 1928, κρίνοντας το έργο του τα «Διηγήματα» έγραψε:
 «Όλοι σχεδόν οι ήρωές του ανέρχονται εις περιωπήν συμβόλων. Τα διηγήματα αυτά έχουν χρώμα, άλλ’ έχουν και ορίζοντα, ατμόσφαιραν, βάθος, ψυχήν, πνοήν. Είναι μία τέχνη ανωτέρα».

Αποτέλεσμα εικόνας για το αλογο ζαχαριάς παπαντωνίου
Πηγές:www.wikipedia.gr ,http://antikleidi.com , www.livepedia.gr