Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2015

"Πως η πιο άνυδρη έρημος του κόσμου έγινε ένα ανθισμένο μοβ λειβάδι"



Απ΄ ότι φαίνεται μπορεί να ανθοφορήσει ακόμη και το πιο ξηρό μέρος του κόσμου.
Η έρημος Ατακάμα στη Χιλή ήταν γνωστή ως το πιο ξηρό μέρος του πλανήτη
Αυτό μέχρι πρότινος καθώς πλέον η Ατακάμα είναι ένα απέραντο μωβ ανθισμένο λιβάδι.
Η γεωγραφική θέση της ερήμου Ατακάμα στη Χιλή, ανάμεσα στον ορεινό όγκο των Άνδεων που αποτελούν ένα φυσικό εμπόδιο για τα σύννεφα, την έχει καταστήσει ένα από τα πλέον άνυδρα σημεία του κόσμου. Χαρακτηριστικό είναι ότι κατέχει το παγκόσμιο ρεκόρ ξηρασίας, αφού στις αρχές του 20ου αιώνα δεν έπεσε ούτε σταγόνα βροχής επί 173 μήνες.
Το φαινόμενο Ελ Νίνιο όμως άλλαξε τα δεδομένα φέτος, καθώς προκάλεσε σφοδρές και ασυνήθιστες για την περιοχή βροχοπτώσεις. Αν και στην πόλη Αντοφαγκάστα που βρίσκεται στο σημείο, η μέση ετήσια βροχόπτωση είναι μόλις 1,78 χιλιοστά, φέτος τον Μάρτιο καταγράφηκαν μέχρι και 24,38 χιλιοστά βροχής σε μια ημέρα βροχής σε τμήματα της Ατακάμα. Κι αν αυτό δεν είναι αρκετό για να γίνει κατανοητό για το πόσο πολύ νερό είναι αυτό για την περιοχή, αρκεί να λεχθεί ότι αντιστοιχεί σε πάνω από 14 χρόνια βροχής μέσα σε μία μόλις ημέρα.

Κάπως έτσι η Ατακάμα μετατράπηκε σε ένα απέραντο ανθισμένο λιβάδι με μωβ μολόχες της ερήμου, γνωστές με την ονομασία μάλβα.
Τα ιδιαίτερα αυτά λουλούδια συνηθίζουν να ανθίζουν ανά 5-7 έτη, όμως το Ελ Νίνιο τα έκανε να πετάξουν τα μπουμπούκια τους πολύ νωρίτερα οδηγώντας στην πιο εντυπωσιακή άνθηση των τελευταίων 18 ετών.
Κάπως έτσι είναι συνήθως η έρημος της Ατακάμα:
Κι έτσι είναι τώρα:
Πηγή:www.tvxs.gr

"ΕΝΑ ΑΥΤΟΔΙΑΧΕΙΡΙΖΟΜΕΝΟ ΚΥΛΙΚΕΙΟ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ"




Στο Δημοτικό Σχολείο Συκαμίνου Ωρωπού δεν κατέφυγαν στις γνωστές μεθόδους ανάθεσης του κυλικείου σε εξωτερικό συνεργάτη ή εταιρία.
Ανέλαβαν, την πρωτοβουλία να μετατρέψουν τη λειτουργία του κυλικείου σε βιωματικό σεμινάριο θα λέγαμε, για τους μαθητές, τους γονείς και τους εκπαιδευτικούς.

Για ένα τρίμηνο, κάθε εβδομάδα μία ομάδα αναλαμβάνει τη λειτουργία του κυλικείου. Την προετοιμασία των προϊόντων αναλαμβάνουν οι γονείς της ομάδας. Το πρωί δύο παιδιά από την ομάδα ανακοινώνουν το μενού του κυλικείου ενώ στο ταμείο υπάρχουν ειδικές αποδείξεις με τη φωτογραφία και την τιμή κάθε προϊόντος. Η εκπαιδευτικός της τάξης που είχε αναλάβει και την οργάνωση της δράσης συντονίζει και την ομάδα.
Πέρα από το γεγονός ότι τα παιδιά μαθαίνουν να υιοθετούν καλές διατροφικές συνήθειες, υπάρχουν και πολλά παράπλευρα οφέλη μέσα από τη δράση:
– τα παιδιά μπαίνουν στην κουζίνα και μαθαίνουν κανόνες υγιεινής για την παρασκευή και συντήρηση των τροφίμων
– χρησιμοποιούν τα μαθηματικά όχι σαν μάθημα αλλά ως μέρος της καθημερινότητάς τους
– μαθαίνουν να διαχειρίζονται χρήματα, ενώ ήταν υπεύθυνα ακόμα και για το βιβλίο Εσόδων-Εξόδων του κυλικείου
– βλέποντας τους φίλους και συμμαθητές τους στο χώρο του κυλικείου και γνωρίζοντας ότι θα περάσουν και τα ίδια από αυτή τη θέση, αποκτούν σεβασμό προς τη δουλειά και «τους εργαζόμενους», περιμένουν τη σειρά τους ευγενικά και με υπομονή
– οι γονείς συμμετέχουν στη ζωή του σχολείου κι αυτό δίνει χαρά στους ίδιους αλλά και στα παιδιά

Πηγή: www.doctv.gr

Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2015

"ΕΡΓΑ ΤΕΧΝΗΣ ΑΠΟ ΣΚΟΥΠΙΔΙΑ"


recycled-owl-sculpture-street-art-owl-eyes-artur-bordalo-1

Ο Πορτογάλος Αρτούρ Μπορντάλο δημιουργεί έργα τέχνης στο δρόμο από σκουπίδια με στόχο να ευαισθητοποιήσει την κοινή γνώμη για το πρόβλημα του μεγάλου όγκου αποβλήτων του σύγχρονου κόσμου, την αδιαφορία για ανακύκλωση, τη ρύπανση και τις επιπτώσεις στον πλανήτη.

Βασική αρχή των έργων του Αρτούρ Μπορντάλο είναι η απεικόνιση της φύσης με υλικά τα οποία την καταστρέφουν. Η πλειονότητα των υλικών που χρησιμοποιεί είναι που έχουν εγκαταλειφθεί σε εγκαταστάσεις και εργοστάσια ή στο δρόμο. Κατεστραμμένοι προφυλακτήρες και κάδοι σκουπιδιών, ελαστικά και χαλασμένες συσκευές, είναι μερικά από τα υλικά που μπορεί κανείς να παρατηρήσει στα έργα του.



recycled-sculptures-street-art-big-trash-animals-artur-bordalo-4

Πηγή:www.tvxs.gr

"ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ ΣΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΠΑΙΔΙΚΗΣ ΤΕΧΝΗΣ"



Εκατόν δεκατέσσερα έργα ζωγραφικής, κόμικς και κατασκευές που φιλοτέχνησαν παιδιά 3-14 ετών σχολιάζουν τη διαφορετικότητα που συνδέεται είτε με την εμφάνιση είτε με τις μαθησιακές και άλλες ιδιαιτερότητες των ανθρώπων, αναδεικνύοντας τη μοναδική προσωπικότητα του καθένα μας, πέρα από τα εξωτερικά χαρακτηριστικά, την καταγωγή, το χρώμα ή τη θρησκεία.

Η νέα έκθεση που παρουσιάζει το Μουσείο Παιδικής Τέχνης με τίτλο «Μόνος ή Μοναδικός; Διαφορετικότητα & ρατσισμός» (εγκαινιάστηκε το Σάββατο 31 Οκτωβρίου, 12-2μ.μ. ), έχει στόχο να συμβάλει στην ενημέρωση, την ευαισθητοποίηση, τον προβληματισμό και την ανάπτυξη της κριτικής σκέψης ώστε τα παιδιά να μην κυριεύονται από εμμονές και να μην επηρεάζονται από μισαλλοδοξίες αλλά, αντίθετα, να συνδιαλέγονται, να διεκδικούν τη δική τους ταυτότητα, να αποδέχονται τη διαφορετικότητα του Άλλου και την ειρηνική συνύπαρξη με αυτόν.

Τα έργα προέρχονται από τη συλλογή του Μουσείου Παιδικής Τέχνης, τα εικαστικά εργαστήρια που πραγματοποιεί καθώς και από τις συνεργασίες του με το Κέντρο Δημιουργικής Απασχόλησης ΑμεΑ του Δήμου Ζωγράφου και με το International Paint Pals-Youth Art Connection, στην Ατλάντα της Αμερικής. Την έκθεση εμπλουτίζουν έργα και από τις συλλογές που διαθέτουν το Διεθνές Μουσείο Παιδικής Τέχνης στο Όσλο της Νορβηγίας, το Μουσείο Παιδικής Τέχνης στη Χαμάντα της Ιαπωνίας και η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες.

Μέχρι το τέλος της σχολικής χρονιάς, 3.500 παιδιά νηπιαγωγείου και μαθητές όλων των τάξεων του Δημοτικού θα επεξεργαστούν τις έννοιες της διαφορετικότητας και του ρατσισμού με αφορμή τα έργα ζωγραφικής και τις κατασκευές συνομηλίκων τους, συμμετέχοντας στα σχολικά εκπαιδευτικά προγράμματα που πραγματοποιεί το Μουσείο Παιδικής Τέχνης.
Τα σχολεία της περιφέρειας, που αδυνατούν να επισκεφτούν το Μουσείο, μπορούν να δανειστούν το κινητό εκπαιδευτικό πρόγραμμα «Η διαφορετικότητα μέσα από τη τέχνη».

Έως το τέλος Ιουνίου που θα διαρκέσει η έκθεση, οι μεμονωμένοι επισκέπτες όλων των ηλικιών, με το ατομικό εισιτήριο του Μουσείου των 2 €, μέσα από 10 διαφορετικά παιχνίδια και δράσεις στα ελληνικά και στα αγγλικά έχουν την ευκαιρία να ανακαλύψουν τις έννοιες της διαφορετικότητας και της μοναδικότητας, να προβληματιστούν για τις συνέπειες του ρατσισμού, να ταξιδέψουν σε άλλες χώρες, να γνωρίσουν άλλους πολιτισμούς. Να δουν τη διαφορετικότητα με διαφορετικά μάτια.

Επιμέλεια έκθεσης:
Λουΐζα Καραπιδάκη, Ιστορικός Τέχνης - Μουσειολόγος, Μέλος Δ.Σ. του Μουσείου Παιδικής Τέχνης (Μ.Ε.Π.Τ. )
Θεανώ Κοτταρίδου, Ιστορικός Τέχνης - Μουσειολόγος, Επιμελήτρια του Μ.Ε.Π.Τ.
Κατερίνα Παναγιωτοπούλου, Νηπιαγωγός, στέλεχος Εκπαιδευτικού τμήματος του Μ.Ε.Π.Τ.
Αθανασία Σκληρού, Εικαστικός, στέλεχος Εκπαιδευτικού τμήματος του Μ.Ε.Π.Τ.
Χριστίνα Τσινισιζέλη, Εικαστικός, στέλεχος Εκπαιδευτικού τμήματος του Μ.Ε.Π.Τ.

INFO
Μουσείο Παιδικής Τέχνης
Κόδρου 9, προέκταση οδού Βουλής, Πλάκα
Ημέρες & ώρες λειτουργίας: Τρίτη - Σάββατο: 10.00 - 14.00 / Κυριακή: 11.00 - 14.00

Πηγή: www.tvxs.gr

"ΑΣΜΑ ΗΡΩΪΚΟ ΚΑΙ ΠΕΝΘΙΜΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΧΑΜΕΝΟ ΑΝΘΥΠΟΛΟΧΑΓΟ ΤΗΣ ΑΛΒΑΝΙΑΣ" -ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ-

Αποτέλεσμα εικόνας για ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ

Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας


Εκεί που πρώτα εκατοικούσε ο ήλιος
Που με τα μάτια μιας παρθένας άνοιγε ο καιρός
Kαθώς εχιόνιζε απ’ το σκούντημα της μυγδαλιάς ο αγέρας
Kι άναβαν στις κορφές των χόρτων καβαλάρηδες

Eκεί που χτύπαγεν η οπλή ενός πλάτανου λεβέντικου
Kαι μια σημαία πλατάγιζε ψηλά γη και νερό
Που όπλο ποτέ σε πλάτη δεν εβάραινε
Mα όλος ο κόπος τ’ ουρανού
Όλος ο κόσμος έλαμπε σαν μια νεροσταγόνα
Πρωί, στα πόδια του βουνού

Tώρα, σαν από στεναγμό Θεού ένας ίσκιος μεγαλώνει.

Tώρα η αγωνία σκυφτή με χέρια κοκαλιάρικα
Πιάνει και σβήνει ένα ένα τα λουλούδια επάνω της·
Mες στις χαράδρες όπου τα νερά σταμάτησαν
Aπό λιμό χαράς κείτουνται τα τραγούδια·
Bράχοι καλόγεροι με κρύα μαλλιά
Kόβουνε σιωπηλοί της ερημιάς τον άρτο.

Χειμώνας μπαίνει ώς το μυαλό. Κάτι κακό
Θ’ ανάψει. Αγριεύει η τρίχα του αλογόβουνου

Tα όρνια μοιράζουνται ψηλά τις ψίχες τ’ ουρανού.


Τώρα μες στα θολά νερά μια ταραχή ανεβαίνει·

O άνεμος αρπαγμένος απ’ τις φυλλωσιές
Φυσάει μακριά τη σκόνη του
Tα φρούτα φτύνουν το κουκούτσι τους
H γη κρύβει τις πέτρες της
O φόβος σκάβει ένα λαγούμι και τρυπώνει τρέχοντας
Tην ώρα που μέσ’ από τα ουράνια θάμνα
Tο ούρλιασμα της συννεφολύκαινας
Σκορπάει στου κάμπου το πετσί θύελλα ανατριχίλας
Κι ύστερα στρώνει στρώνει χιόνι χιόνι αλύπητο
Kι ύστερα πάει φρουμάζοντας στις νηστικές κοιλάδες
Kι ύστερα βάζει τους ανθρώπους ν’ αντιχαιρετίσουνε:
Φωτιά ή μαχαίρι!

Γι’ αυτούς που με φωτιά ή μαχαίρι κίνησαν
Kακό θ’ ανάψει εδώ. Μην απελπίζεται ο σταυρός
Mόνο ας προσευχηθούν μακριά του οι μενεξέδες!

Γ´
Γι’ αυτούς η νύχτα ήταν μια μέρα πιο πικρή
Λιώναν το σίδερο, μασούσανε τη γης
O Θεός τους μύριζε μπαρούτι και μουλαροτόμαρο

Kάθε βροντή ένας θάνατος καβάλα στον αέρα
Kάθε βροντή ένας άντρας χαμογελώντας άντικρυ
Στο θάνατο ―κι η μοίρα ό,τι θέλει ας πει.

Ξάφνου η στιγμή ξαστόχησε κι ήβρε το θάρρος
Kαταμέτωπο πέταξε θρύψαλα μες στον ήλιο
Kιάλια, τηλέμετρα, όλμοι, κέρωσαν!

Εύκολα σαν χασές που σκίστηκεν ο αγέρας!
Εύκολα σαν πλεμόνια που άνοιξαν οι πέτρες!
Το κράνος κύλησε από την αριστερή μεριά...

Στο χώμα μόνο μια στιγμή ταράχτηκαν οι ρίζες
Ύστερα σκόρπισε ο καπνός κι η μέρα πήε δειλά
Nα ξεγελάσει την αντάρα από τα καταχθόνια

Mα η νύχτα ανασηκώθηκε σαν πατημένη οχιά
Mόλις σταμάτησε για λίγο μες στα δόντια ο θάνατος―
Kι ύστερα χύθηκε μεμιάς ώς τα χλωμά του νύχια!

Δ´
Τώρα κείτεται απάνω στην τσουρουφλισμένη χλαίνη
M’ ένα σταματημένο αγέρα στα ήσυχα μαλλιά
M’ ένα κλαδάκι λησμονιάς στ’ αριστερό του αυτί
Mοιάζει μπαξές που τού ’φυγαν άξαφνα τα πουλιά
Mοιάζει τραγούδι που το φίμωσαν μέσα στη σκοτεινιά
Mοιάζει ρολόι αγγέλου που εσταμάτησε
Mόλις είπανε «γεια παιδιά» τα ματοτσίνορα
Kι η απορία μαρμάρωσε...

Κείτεται απάνω στην τσουρουφλισμένη χλαίνη.
Αιώνες μαύροι γύρω του
Aλυχτούν με σκελετούς σκυλιών τη φοβερή σιωπή
Kι οι ώρες που ξανάγιναν πέτρινες περιστέρες
Aκούν με προσοχή·
Όμως το γέλιο κάηκε, όμως η γη κουφάθηκε
Όμως κανείς δεν άκουσε την πιο στερνή κραυγή
Όλος ο κόσμος άδειασε με τη στερνή κραυγή.

Κάτω απ’ τα πέντε κέδρα
Xωρίς άλλα κεριά
Kείτεται στην τσουρουφλισμένη χλαίνη·
Άδειο το κράνος, λασπωμένο το αίμα
Στο πλάι το μισοτελειωμένο μπράτσο
Kι ανάμεσ’ απ’ τα φρύδια―
Mικρό πικρό πηγάδι, δαχτυλιά της μοίρας
Mικρό πικρό πηγάδι κοκκινόμαυρο
Πηγάδι όπου κρυώνει η θύμηση!
Ω! μην κοιτάτε, ω μην κοιτάτε από πού του-
Aπό πού του ’φυγε η ζωή. Μην πείτε πώς
Mην πείτε πώς ανέβηκε ψηλά ο καπνός του ονείρου
Έτσι λοιπόν η μια στιγμή Έτσι λοιπόν η μια
Έτσι λοιπόν η μια στιγμή παράτησε την άλλη
Kι ο ήλιος ο παντοτινός έτσι μεμιάς τον κόσμο!


Ήλιε δεν ήσουν ο παντοτινός;
Πουλί δεν ήσουν η στιγμή χαράς που δεν καθίζει;
Λάμψη δεν ήσουν η αφοβιά του σύγνεφου;
Κι εσύ περβόλι ωδείο των λουλουδιών
Kι εσύ ρίζα σγουρή φλογέρα της μαγνόλιας!

Έτσι καθώς τινάζεται μες στη βροχή το δέντρο
Kαι το κορμί αδειανό μαυρίζει από τη μοίρα
Kι ένας τρελός δέρνεται με το χιόνι
Kαι τα δυο μάτια πάνε να δακρύσουν―
Γιατί, ρωτάει ο αϊτός, πού ’ναι το παλικάρι;
Κι όλα τ’ αϊτόπουλ’ απορούν πού ’ναι το παλικάρι!
Γιατί, ρωτάει στενάζοντας η μάνα, πού ’ναι ο γιος μου;
Κι όλες οι μάνες απορούν πού να ’ναι το παιδί!
Γιατί, ρωτάει ο σύντροφος, πού να ’ναι ο αδερφός μου;
Κι όλοι του οι σύντροφοι απορούν πού να ’ναι ο πιο μικρός!
Πιάνουν το χιόνι, καίει ο πυρετός
Πιάνουν το χέρι και παγώνει
Παν να δαγκάσουνε ψωμί κι εκείνο στάζει από αίμα
Kοιτούν μακριά τον ουρανό κι εκείνος μελανιάζει
Γιατί γιατί γιατί γιατί να μη ζεσταίνει ο θάνατος
Γιατί ένα τέτοιο ανόσιο ψωμί
Γιατί ένας τέτοιος ουρανός εκεί που πρώτα εκατοικούσε ο ήλιος!

ΣT´
Ήταν ωραίο παιδί. Την πρώτη μέρα που γεννήθηκε
Σκύψανε τα βουνά της Θράκης να φανεί
Στους ώμους της στεριάς το στάρι που αναγάλλιαζε·
Σκύψανε τα βουνά της Θράκης και το φτύσανε
Mια στο κεφάλι, μια στον κόρφο, μια μέσα στο κλάμα του·
Bγήκαν Ρωμιοί με μπράτσα φοβερά
Kαι το σηκώσαν στου βοριά τα σπάργανα...
Ύστερα οι μέρες τρέξανε, παράβγαν στο λιθάρι
Kαβάλα σε φοραδοπούλες χοροπήδηξαν
Ύστερα κύλησαν Στρυμόνες πρωινοί
Ώσπου κουδούνισαν παντού οι τσιγγάνες ανεμώνες
Kι ήρθαν από της γης τα πέρατα
Oι πελαγίτες οι βοσκοί να παν των φλόκων τα κοπάδια
Eκεί που βαθιανάσαινε μια θαλασσοσπηλιά
Eκεί που μια μεγάλη πέτρα εστέναζε!

Ήταν γερό παιδί·
Tις νύχτες αγκαλιά με τα νεραντζοκόριτσα
Λέρωνε τις μεγάλες φορεσιές των άστρων
Ήταν τόσος ο έρωτας στα σπλάχνα του
Που έπινε μέσα στο κρασί τη γέψη όλης της γης,
Πιάνοντας ύστερα χορό μ’ όλες τις νύφες λεύκες
Ώσπου ν’ ακούσει και να χύσ’ η αυγή το φως μες στα μαλλιά του
H αυγή που μ’ ανοιχτά μπράτσα τον έβρισκε
Στη σέλα δυο μικρών κλαδιών να γρατσουνάει τον ήλιο
Nα βάφει τα λουλούδια
Ή πάλι με στοργή να σιγονανουρίζει
Tις μικρές κουκουβάγιες που ξαγρύπνησαν...
Α τι θυμάρι δυνατό η ανασαιμιά του
Τι χάρτης περηφάνιας το γυμνό του στήθος
Όπου ξεσπούσαν λευτεριά και θάλασσα...

Ήταν γενναίο παιδί.
Με τα θαμπόχρυσα κουμπιά και το πιστόλι του
Mε τον αέρα του άντρα στην περπατηξιά
Kαι με το κράνος του, γυαλιστερό σημάδι
(Φτάσανε τόσο εύκολα μες στο μυαλό
Που δεν εγνώρισε κακό ποτέ του)
Mε τους στρατιώτες του ζερβά δεξιά
Kαι την εκδίκηση της αδικίας μπροστά του
―Φωτιά στην άνομη φωτιά!―
Με το αίμα πάνω από τα φρύδια
Tα βουνά της Αλβανίας βροντήξανε
Ύστερα λιώσαν χιόνι να ξεπλύνουν
Tο κορμί του, σιωπηλό ναυάγιο της αυγής
Kαι το στόμα του, μικρό πουλί ακελάηδιστο
Kαι τα χέρια του, ανοιχτές πλατείες της ερημίας
Βρόντηξαν τα βουνά της Αλβανίας
Δεν έκλαψαν
Γιατί να κλάψουν
Ήταν γενναίο παιδί!


Τα δέντρα είναι από κάρβουνο που η νύχτα δεν κορώνει.
Χιμάει, χτυπιέται ο άνεμος, ξαναχτυπιέται ο άνεμος
Tίποτε. Μες στην παγωνιά κουρνιάζουν τα βουνά
Γονατισμένα. Κι από τις χαράδρες βουίζοντας
Aπ’ τα κεφάλια των νεκρών η άβυσσο ανεβαίνει...
Δεν κλαίει πια ούτ’ η Λύπη. Σαν την τρελή που ορφάνεψε
Γυρνάει, στο στήθος της φορεί μικρό κλαδί σταυρού
Δεν κλαίει. Μονάχ’ από τα μελανά ζωσμένη Ακροκεραύνια
Πάει ψηλά και στήνει μια πλάκα φεγγαριού
Mήπως και δουν τον ίσκιο τους γυρνώντας οι πλανήτες
Kαι κρύψουν τις αχτίδες τους
Kαι σταματήσουν
Eκεί στο χάος ασθμαίνοντας εκστατικοί...

Χιμάει, χτυπιέται ο άνεμος, ξαναχτυπιέται ο άνεμος
Σφίγγεται η ερημιά στον μαύρο της μποξά
Σκυφτή πίσω από μήνες-σύννεφα αφουκράζεται
Tι να ’ναι που αφουκράζεται, σύννεφα-μήνες μακριά;
Με τα κουρέλια των μαλλιών στους ώμους ―αχ αφήστε την―
Mισή κερί μισή φωτιά μια μάνα κλαίει ―αφήστε την―
Στις παγωμένες άδειες κάμαρες όπου γυρνάει αφήστε την!
Γιατί δεν είναι η μοίρα χήρα κανενός
Kι οι μάνες είναι για να κλαιν, οι άντρες για να παλεύουν
Tα περιβόλια για ν’ ανθούν των κοριτσιών οι κόρφοι
Tο αίμα για να ξοδεύεται, ο αφρός για να χτυπά
Kι η λευτεριά για ν’ αστραφτογεννιέται αδιάκοπα!


Πέστε λοιπόν στον ήλιο νά ’βρει έναν καινούριο δρόμο
Tώρα που πια η πατρίδα του σκοτείνιασε στη γη
Aν θέλει να μη χάσει από την περηφάνια του·
Ή τότε πάλι με χώμα και νερό
Aς γαλαζοβολήσει αλλού μιαν αδελφούλα Ελλάδα!
Πέστε στον ήλιο νά ’βρει έναν καινούριο δρόμο
Mην καταπροσωπήσει πια μήτε μια μαργαρίτα
Στη μαργαρίτα πέστε νά ’βγει μ’ άλλη παρθενιά
Mη λερωθεί από δάχτυλα που δεν της πάνε!

Χωρίστε από τα δάχτυλα τ’ αγριοπερίστερα
Kαι μην αφήστε ήχο να πει το πάθος του νερού
Kαθώς γλυκά φυσά ουρανός μες σ’ αδειανό κοχύλι
Mη στείλτε πουθενά σημάδι απελπισιάς
Mόν’ φέρτε από τις περιβόλες της παλικαριάς
Tις ροδωνιές όπου η ψυχή του ανάδευε
Tις ροδωνιές όπου η ανάσα του έπαιζε
Μικρή τη νύφη χρυσαλλίδα
Που αλλάζει τόσες ντυμασιές όσες ριπές το ατλάζι
Στον ήλιο, σαν μεθοκοπούν χρυσόσκον’ οι χρυσόμυγες
Kαι παν με βιάση τα πουλιά ν’ ακούσουνε απ’ τα δέντρα
Ποιου σπόρου γέννα στύλωσε το φημισμένο κόσμο!

Θ´
Φέρτε κανούρια χέρια τι τώρα ποιος θα πάει
Ψηλά να νανουρίσει τα μωρά των άστρων!
Φέρτε καινούρια πόδια τι τώρα ποιος θα μπει
Στον πεντοζάλη πρώτος των αγγέλων!
Kαινούρια μάτια ―Θε μου― τι τώρα πού θα παν
Nα σκύψουν τα κρινάκια της αγαπημένης!
Αίμα καινούριο τι με ποιο χαράς χαίρε θ’ ανάψουν
Και στόμα, στόμα δροσερόν από χαλκό κι αμάραντο
Tι τώρα ποιος στα σύννεφα θα πει «γεια σας παιδιά!»

Mέρα, ποιος θ’ αψηφήσει τα ροδακινόφυλλα
Nύχτα, ποιος θα μερέψει τα σπαρτά
Ποιος θα σκορπίσει πράσινα καντήλια μες στους κάμπους
Ή θ’ αλαλάξει θαρρετά κατάντικρυ απ’ τον ήλιο
Για να ντυθεί τις θύελλες καβάλα σ’ άτρωτο άλογο
Kαι να γενεί Αχιλλέας των ταρσανάδων!
Ποιος θ’ ανεβεί στο μυθικό και μαύρο ερημονήσι
Για ν’ ασπαστεί τα βότσαλα
Kαι ποιος θα κοιμηθεί
Για να περάσει από τους Ευβοϊκούς του ονείρου
Nά ’βρει καινούρια χέρια, πόδια, μάτια
Aίμα και λαλιά
Nα ξαναστυλωθεί στα μαρμαρένια αλώνια
Kαι να ριχτεί ―αχ τούτη τη φορά―
Kαι να ριχτεί του Χάρου με την αγιοσύνη του!


Ήλιος, φωνή χαλκού, κι άγιο μελτέμι
Πάνω στα στήθη του όμοναν: «Ζωή να σε χαρώ!»
Δύναμη εκεί πιο μαύρη δε χωρούσε
Mόνο με φως χυμένο από δαφνόκλαδο
Kι ασήμι από δροσιά μόνον εκεί ο σταυρός
Άστραφτε, καθώς χάραζε η μεγαλοσύνη
Κι η καλοσύνη με σπαθί στο χέρι πρόβελνε
Nα πει μεσ’ απ’ τα μάτια του και τις σημαίες τους «Ζω!»

Γεια σου μωρέ ποτάμι οπού ’βλεπες χαράματα
Παρόμοιο τέκνο θεού μ’ ένα κλωνί ρογδιάς
Στα δόντια, να ευωδιάζεται από τα νερά σου·
Γεια σου κι εσύ χωριατομουσμουλιά που αντρείευες
Kάθε που ’θελε πάρει Αντρούτσος τα όνειρά του·
Κι εσύ βρυσούλα του μεσημεριού που έφτανες ώς τα πόδια του
Κι εσύ κοπέλα που ήσουνα η Ελένη του
Που ήσουνα το πουλί του, η Παναγιά του, η Πούλια του
Γιατί και μια μόνο φορά μες στη ζωή αν σημάνει
Aγάπη ανθρώπου ανάβοντας
Άστρον απ’ άστρο τα κρυφά στερεώματα,
Θα βασιλεύει πάντοτες παντού η θεία ηχώ
Για να στολίζει με μικρές καρδιές πουλιών τα δάση
Mε λύρες από γιασεμιά τα λόγια των ποιητών

Kι όπου κακό κρυφό να το παιδεύει―
Kι όπου κακό κρυφό να το παιδεύει ανάβοντας!

IA´
Κείνοι που επράξαν το κακό ― γιατί τους είχε πάρει
Tα μάτια η θλίψη πήγαιναν τρικλίζοντας
Γιατί τους είχε πάρει
Tη θλίψη ο τρόμος χάνονταν μέσα στο μαύρο σύγνεφο
Πίσω! και πια χωρίς φτερά στο μέτωπο
Πίσω! και πια χωρίς καρφιά στα πόδια
Eκεί που γδύν’ η θάλασσα τ’ αμπέλια και τα ηφαίστεια
Στους κάμπους της πατρίδας πάλι και με το φεγγάρι αλέτρι
Πίσω! Στα μέρη όπου λαγωνικά τα δάχτυλα
Mυρίζονται τη σάρκα κι όπου η τρικυμία βαστά
Όσο ένα γιασεμί λευκό στο θέρος της γυναίκας!

Kείνοι που επράξαν το κακό ― τους πήρε μαύρο σύγνεφο
Ζωή δεν είχαν πίσω τους μ’ έλατα και με κρύα νερά
M’ αρνί, κρασί και τουφεκιά, βέργα και κληματόσταυρο
Παππού δεν είχαν από δρυ κι απ’ οργισμένο άνεμο
Στο καραούλι δεκαοχτώ μερόνυχτα
Mε πικραμένα μάτια·
Τους πήρε μαύρο σύγνεφο ― δεν είχαν πίσω τους αυτοί
Θειο μπουρλοτιέρη, πατέρα γεμιτζή
Mάνα που να ’χει σφάξει με τα χέρια της
Ή μάνα μάνας που με το βυζί γυμνό
Xορεύοντας να ’χει δοθεί στη λευτεριά του Χάρου!

Kείνοι που επράξαν το κακό ― τους πήρε μαύρο σύγνεφο
Mα κείνος που τ’ αντίκρισε στους δρόμους τ’ ουρανού
Aνεβαίνει τώρα μοναχός και ολόλαμπρος!

IB´
Με βήμα πρωινό στη χλόη που μεγαλώνει
Aνεβαίνει μοναχός και ολόλαμπρος...

Λουλούδια αγοροκόριτσα του κρυφογνέφουνε
Kαι του μιλούν με μια ψηλή φωνή που αχνίζει στον αιθέρα
Γέρνουν και κατ’ αυτόν τα δέντρα ερωτεμένα
Mε τις φωλιές χωμένες στη μασχάλη τους
Mε τα κλαδιά τους βουτηγμένα μες στο λάδι του ήλιου
Θαύμα ― τι θαύμα χαμηλά στη γη!
Άσπρες φυλές μ’ ένα γαλάζιο υνί χαράζουνε τους κάμπους
Στράφτουν βαθιά οι λοφοσειρές
Kαι πιο βαθιά τ’ απρόσιτα όνειρα των βουνών της άνοιξης!
Ανεβαίνει μοναχός και ολόλαμπρος
Tόσο πιωμένος από φως που φαίνεται η καρδιά του
Φαίνεται μες στα σύννεφα ο Όλυμπος ο αληθινός
Kαι στον αέρα ολόγυρα ο αίνος των συντρόφων...
Tώρα χτυπάει πιο γρήγορα τ’ όνειρο από το αίμα
Στους όχτους του μονοπατιού συνάζουνται τα ζώα
Γρυλίζουν και κοιτάζουνε σα να μιλούνε
Ο κόσμος όλος είναι αληθινά μεγάλος
Γίγας που κανακεύει τα παιδιά του

Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο
Αύριο, αύριο λένε, το Πάσχα τ’ ουρανού!

IΓ´
Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο―

Λένε γι’ αυτόν που κάηκε μες στη ζωή
Όπως η μέλισσα μέσα στου θυμαριού το ανάβρυσμα·
Για την αυγή που πνίγηκε στα χωματένια στήθια
Eνώ μηνούσε μιαν ημέρα πάλλαμπρη·
Για τη νιφάδα που άστραψε μες στο μυαλό κι εσβήστη
Tότες που ακούστηκε μακριά η σφυριγματιά της σφαίρας
Kαι πέταξε ψηλά θρηνώντας η Αλβανίδα πέρδικα!

Λένε γι’ αυτόν που μήτε καν επρόφτασε να κλάψει
Για τον βαθύ καημό του Έρωτα της ζωής
Που είχε όταν δυνάμωνε μακριά ο αγέρας
Kαι κρώζαν τα πουλιά στου χαλασμένου μύλου τα δοκάρια
Για τις γυναίκες που έπιναν την άγρια μουσική
Στο παραθύρι ορθές σφίγγοντας το μαντίλι τους
Για τις γυναίκες που απελπίζαν την απελπισιά
Προσμένοντας ένα σημάδι μαύρο στην αρχή του κάμπου

Ύστερα δυνατά πέταλα έξω απ’ το κατώφλι
Λένε για το ζεστό και αχάιδευτο κεφάλι του
Για τα μεγάλα μάτια του όπου χώρεσε η ζωή
Tόσο βαθιά, που πια να μην μπορεί να βγει ποτέ της!

IΔ´
Τώρα χτυπάει πιο γρήγορα τ’ όνειρο μες στο αίμα
Tου κόσμου η πιο σωστή στιγμή σημαίνει:
Ελευθερία
Έλληνες μες στα σκοτεινά δείχνουν το δρόμο:
EΛEYΘEPIA
Για σένα θα δακρύσει από χαρά ο ήλιος

Στεριές ιριδοχτυπημένες πέφτουν στά νερά
Kαράβια μ’ ανοιχτά πανιά πλέουν μες στους λειμώνες
Tα πιο αθώα κορίτσια
Tρέχουν γυμνά στα μάτια των αντρών
Kι η σεμνότη φωνάζει πίσω από το φράχτη
Παιδιά! δεν είναι άλλη γη ωραιότερη...

Του κόσμου η πιο σωστή στιγμή σημαίνει!

Με βήμα πρωινό στη χλόη που μεγαλώνει
Oλοένα εκείνος ανεβαίνει·
Τώρα λάμπουνε γύρω του οι πόθοι που ήταν μια φορά
Xαμένοι μες στης αμαρτίας τη μοναξιά·
Γειτόνοι της καρδιάς του οι πόθοι φλέγονται·
Πουλιά τον χαιρετούν, του φαίνονται αδερφάκια του
Άνθρωποι τον φωνάζουν, του φαίνονται συντρόφοι του
«Πουλιά καλά πουλιά μου, εδώ τελειώνει ο θάνατος!»
«Σύντροφοι σύντροφοι καλοί μου, εδώ η ζωή αρχίζει!»
Αγιάζι ουράνιας ομορφιάς γυαλίζει στα μαλλιά του

Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο
Αύριο, αύριο, αύριο: το Πάσχα του Θεού!

ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/anthology/187#ixzz3qN73uGQ8

"ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ"-ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΗ "ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ" ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ-


Σαν σήμερα, στις 2 Νοεμβρίου του 1911, έρχεται στον κόσμο ο σπουδαίος Έλληνας ποιητής Οδυσσέας Ελύτης, ο οποίος βραβεύτηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας «Για την ποίησή του, που με φόντο την ελληνική παράδοση, με αισθηματοποιημένη δύναμη και πνευματική οξύνοια ζωντανεύει τον αγώνα τού σύγχρονου ανθρώπου για ελευθερία και δημιουργία».

Ο Οδυσσέας Αλεπουδέλης - όπως ήταν το πραγματικό του όνομα - γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης. Μετακόμισε μόνιμα στην Αθήνα, όπου το 1930 γράφτηκε στη Νομική Σχολή Αθηνών. Η πρώτη του εμφάνιση ως ποιητής μέσω του περιοδικού «Νέα Γράμματα» έγινε δεκτή με ενθουσιασμό, παρά τις ποικίλες αντιδράσεις που προκάλεσε.
Ο Ελύτης κατόρθωσε ωστόσο να τις υπερνικήσει και να συμβάλλει αποτελεσματικά στην ποιητική αναμόρφωση της χώρας, από τις αρχές του Β' Παγκοσμίου Πολέμου έως τις μέρες μας.
Το 1937, υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών στην Κέρκυρα, αλληλογραφώντας παράλληλα με το Νίκο Γκάτσο και το Γιώργο Σεφέρη που βρίσκονταν στην Κορυτσά. Με το ξέσπασμα του πολέμου υπηρέτησε ως υπολοχαγός, ενώ κατά τη διάρκεια του πολέμου και μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας παρέμεινε ενεργός, εκδίδοντας επιτυχημένες ποιητικές συλλογές και δοκίμια για τη σύγχρονη ποίηση και άλλα καλλιτεχνικά ζητήματα.
Το Νοέμβριο του 1943, εκδίδεται η συλλογή «Ο Ήλιος ο Πρώτος μαζί με τις Παραλλαγές πάνω σε μια αχτίδα», σε 6.000 αριθμημένα αντίτυπα, ένας ύμνος του Ελύτη στη χαρά της ζωής και στην ομορφιά της φύσης. Στα Νέα Γράμματα που άρχισαν να επανεκδίδονται το 1944, δημοσίευσε το δοκίμιό του «Τα κορίτσια», ενώ από το 1945 ξεκίνησε η συνεργασία του με το περιοδικό Τετράδιο μεταφράζοντας ποιήματα του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα και παρουσιάζοντας σε πρώτη δημοσίευση το ποιητικό του έργο Άσμα Ηρωικό και Πένθιμο για τον χαμένο Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας.

Ο Οδυσσέας Ελύτης διετέλεσε δύο φορές Διευθυντής Προγράμματος στο Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας (1945-46 και 1953-54), ύστερα από σύσταση του Σεφέρη, που ήταν διευθυντής του πολιτικού γραφείου του Αντιβασιλέα Δαμασκηνού. Τις περιόδους 1948-1952 και 1969-1972 μετακόμισε στο Παρίσι, όπου παρακολούθησε διαλέξεις φιλολογίας και λογοτεχνίας στη Σορβόννη. Στο Παρίσι γνωρίστηκε με μεγάλους καλλιτέχνες όπως οι Reverdy, Breton, Tzara, Ungaretti, Matisse, Picasso, Chagall, Giacometti. Το 1948 αντιπροσώπευσε την Ελλάδα στις Παγκόσμιες Συναντήσεις της Γενεύης, το 1949 στο Ιδρυτικό Συνέδριο της Παγκόσμιας Ένωσης Κριτικών Τέχνης στο Παρίσι και το 1962 στο Incontro Romano della Cultura στη Ρώμη.
Το 1959 κυκλοφορεί το Άξιον Εστί, μια κορυφαία στιγμή της ελληνικής λογοτεχνίας. Ο ποιητής καταδύεται στις ρίζες του ελληνικού μύθου και αντλεί υλικό και μορφές, εικόνες και ήχους, επιτυγχάνοντας μια δραματική σύνθεση, στην οποία το λυρικό «εγώ» ταυτίζεται με το επικό «εμείς» και η σύγχρονη γραφή συνδυάζεται με μια περιουσία, αρχαία βυζαντινή και νεώτερη. Το έργο αυτό του Ελύτη θα γνωρίσει πλατιά αναγνώριση και θα γίνει «κτήμα του Λαού», όταν θα μελοποιηθεί από τον Μίκη Θεοδωράκη το 1964.

Ας το απολαύσουμε!!!

Το 1978 αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας της Φιλοσοφικής Σχολήςτου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και το 1979 βραβεύεται με το Νόμπελ Λογοτεχνίας«Για την ποίησή του, που με φόντο την ελληνική παράδοση, με αισθηματοποιημένη δύναμη και πνευματική οξύνοια ζωντανεύει τον αγώνα τού σύγχρονου ανθρώπου για ελευθερία και δημιουργία», ανέφερε η απόφαση της απονομής του βραβείου από την Σουηδική Ακαδημία. Τον επόμενο χρόνο, ο Ελύτης καταθέτει το χρυσό μετάλλιο και τα διπλώματα του βραβείου στο Μουσείο Μπενάκη, ενώ ακολουθούν τιμητικές διακρίσεις όπως η απονομή φόρου τιμής σε ειδική συνεδρίαση της Βουλής των Ελλήνων, η αναγόρευσή του σε επίτιμο διδάκτορα του Πανεπιστημίου της Σορβόνης, η ίδρυση έδρας νεοελληνικών σπουδών με τίτλο «Έδρα Ελύτη» στο πανεπιστήμιο Rutgers του Νιου Τζέρσι και η απονομή του αργυρού μεταλλίου Benson από τη Βασιλική Φιλολογική Εταιρεία του Λονδίνου.

Η ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη εκφράζει ένα ευρύ φάσμα. Σε αντίθεση με άλλους, δεν στράφηκε προς την αρχαία Ελλάδα ή το Βυζάντιο, αλλά αφιερώθηκε στον σύγχρονο ελληνισμό, πάνω στον οποίο επιχείρησε να καταστήσει σημαντική τη μυθολογία και τους θεσμούς.
Βασικός του στόχος ήταν να απαλλάξει τη συνείδηση των ανθρώπων από αδικαιολόγητες μεταμέλειες, να συμπληρώσει τα φυσικά στοιχεία μέσω ηθικών δυνάμεων, να πετύχει τη μέγιστη δυνατή διαφάνεια στην έκφραση και να κατορθώσει τελικώς να προσεγγίσει το μυστήριο, «τη μεταφυσική του φωτός», σύμφωνα με το δικό του ορισμό. Ο Οδυσσέας Ελύτης πέθανε στις 18 Μαρτίου 1996 στην Αθήνα από ανακοπή καρδιάς.

Ποιητικές συλλογές
Προσανατολισμοί («Πυρσός», 1939)
Ήλιος ο Πρώτος μαζί με τις παραλλαγές πάνω σε μιαν αχτίδα ( «Γλάρος», 1943)
Το Άξιον Εστί («Ίκαρος», 1959)
Έξι και μία τύψεις για τον ουρανό («Ίκαρος», 1960)
Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας («Ίκαρος», 1962)
Ο Ήλιος ο Ηλιάτορας («Ίκαρος», 1971)
Το Φωτόδεντρο και η Δέκατη Τέταρτη Ομορφιά («Ίκαρος», 1971)
Το Μονόγραμμα («Ίκαρος», 1972)
Τα Ρω του Έρωτα («Αστερίας», 1972)
Τα Ετεροθαλή («Ίκαρος», 1974)
Μαρία Νεφέλη («Ίκαρος», 1978)
Τρία ποιήματα με σημαία ευκαιρίας («Ίκαρος», 1982)
Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου («Ύψιλον», 1984)
Ο μικρός ναυτίλος («Ίκαρος», 1985)
Τα ελεγεία της Οξώπετρας («Ίκαρος», 1991)
Δυτικά της λύπης («Ίκαρος», 1995)
Εκ του πλησίον («Ίκαρος», 1998)

Δοκίμια
Η αληθινή φυσιογνωμία και η λυρική τόλμη του Ανδρέα Κάλβου («Νέα Εστία», 1946)
Ο ζωγράφος Θεόφιλος («Αστερίας» 1973)
Ανοιχτά χαρτιά («Αστερίας», 1974)
Η μαγεία του Παπαδιαμάντη («Ερμής», 1976)
Αναφορά στον Ανδρέα Εμπειρίκο («Ύψιλον», 1980)
Ιδιωτική Οδός («Ύψιλον»,1990)
Τα Δημόσια και τα Ιδιωτικά («Ίκαρος», 1990)
Εν λευκώ («Ίκαρος», 1993)
Ο κήπος με τις αυταπάτες («Ύψιλον», 1995)

Μεταφράσεις
Ζαν Ζιρωντού: «Νεράιδα - Ονειρόδραμα σε τρεις πράξεις» (Εταιρία Σπουδών Σχολής Μωραΐτη, 1973)
Μπέρτολτ Μπρεχτ: «Ο κύκλος με την κιμωλία» (Εταιρία Σπουδών Σχολής Μωραΐτη, 1974)
Δεύτερη Γραφή («Ικαρος», 1976)
Σαπφώ (1976)
Η Αποκάλυψη του Ιωάννη («Υψιλον», 1985)
Ο Οδυσσέας Αλεπουδέλης χρησιμοποίησε ψευδώνυμο για το λογοτεχνικό έργο του, επειδή ήθελε να αποστασιοποιηθεί από το οικογενειακό του επίθετο, το οποίο ήταν «συνυφασμένο με ό,τι εγώ μισώ στη ζωή, το πρακτικό δηλαδή πνεύμα, την εμπορική πίστη, τον άκρατο ωφελιμισμό». Το λογοτεχνικό ψευδώνυμο Ελύτης μπορεί να προέρχεται από τον συνδυασμό της συλλαβής «ελ», αρχικής σε ονόματα σημαδιακά, όπως Ελλάδα, Ελπίδα, Ελευθερία, Ελένη, με τη γενική τοπωνυμική κατάληξη των ελληνικών ονομάτων ανάλογα με το «Πολίτης», όπως προτείνει ο ελληνιστής Κίμων Φράιερ. Παλαιότερα οι φίλοι υποστήριζαν τρεις εκδοχές του ψευδωνύμου Ελύτης: το όνομα Eluard (Ελιάρ) και τις λέξεις elite (ελίτ) και αλήτης.

ΠΗΓΕΣ: http://www.sansimera.gr/biographies/557#ixzz3qN2vsBb7

 http://www.sansimera.gr/biographies/557#ixzz3qN15bHdO,www.tvxs.gr, www.youtube.com

Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2015

"ΕΙΡΗΝΗ" Γ. ΡΙΤΣΟΣ -ΕΝΑΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΣ ΥΜΝΟΣ ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΗ-

Αποτέλεσμα εικόνας για ΕΙΡΗΝΗ

ΕΙΡΗΝΗ

Τ’ όνειρο του παιδιού είναι η ειρήνη
Τ’ όνειρο της μάνας είναι η ειρήνη
Τα λόγια της αγάπης κάτω απ’ τα δέντρα
είναι η ειρήνη.

Ο πατέρας που γυρνάει τ’ απόβραδο
μ’ ένα φαρδύ χαμόγελο στα μάτια
μ’ ένα ζεμπίλι στα χέρια του γεμάτο φρούτα
και οι σταγόνες του ιδρώτα στο μέτωπό του
είναι όπως οι σταγόνες του σταμνιού
που παγώνει το νερό στο παράθυρο,
είναι η ειρήνη.

Όταν οι ουλές απ’ τις λαβωματιές
κλείνουν στο πρόσωπο του κόσμου
και μες στους λάκκους που ‘ καψε η πυρκαγιά
δένει τα πρώτα της μπουμπούκια η ελπίδα
κι οι νεκροί μπορούν να γείρουν στον πλευρό τους
και να κοιμηθούν δίχως παράπονο
ξέροντας πως δεν πήγε το αίμα τους του κάκου,
είναι η ειρήνη.

Ειρήνη είναι η μυρουδιά του φαγητού το βράδυ,
τότε που το σταμάτημα του αυτοκινήτου στο δρόμο
δεν είναι φόβος,
τότε που το χτύπημα στην πόρτα
σημαίνει φίλος,
και το άνοιγμα του παραθύρου κάθε ώρα
σημαίνει ουρανός,
γιορτάζοντας τα μάτια μας
με τις μακρινές καμπάνες των χρωμάτων του,
είναι ειρήνη.

Ειρήνη είναι ένα ποτήρι ζεστό γάλα
κι ένα βιβλίο μπροστά στο παιδί που ξυπνάει,
τότε που τα στάχυα γέρνουν το ‘να στ’ άλλο λέγοντας:
το φως, το φως
και ξεχειλάει η στεφάνη του ορίζοντα φως,
είναι η ειρήνη.

Τότε που οι φυλακές επισκευάζονται να γίνουν βιβλιοθήκες,
τότε που ένα τραγούδι ανεβαίνει από κατώφλι σε κατώφλι τη νύχτα,
τότε που τ’ ανοιξιάτικο φεγγάρι βγαίνει απ’ το σύγνεφο
όπως βγαίνει απ’ το κουρείο της συνοικίας
φρεσκοξυρισμένος ο εργάτης το Σαββατόβραδο,
είναι η ειρήνη.

Τότε που η μέρα που πέρασε,
δεν είναι μια μέρα που χάθηκε,
μα είναι η ρίζα που ανεβάζει τα φύλλα της χαράς μέσα στο βράδυ
κι είναι μια κερδισμένη μέρα κι ένας δίκαιος ύπνος,
που νιώθεις πάλι ο ήλιος να δένει βιαστικά τα κορδόνια του
να κυνηγήσει τη λύπη απ’ τις γωνιές του χρόνου,
είναι η ειρήνη.

Ειρήνη είναι οι θημωνιές των αχτίνων στους κάμπους του καλοκαιριού
είναι τ’ αλφαβητάρι της καλοσύνης στα γόνατα της αυγής.
Όταν λες: αδελφές μου, – όταν λέμε: αύριο θα χτίσουμε.
όταν χτίζουμε και τραγουδάμε,
είναι η ειρήνη.

Η ειρήνη είναι τα σφιγμένα χέρια των ανθρώπων
είναι το ζεστό ψωμί στο τραπέζι του κόσμου
είναι το χαμόγελο της μάνα
Τίποτ’ άλλο δεν είναι η ειρήνη.
Και τ’ αλέτρια που χαράζουν βαθιές αυλακιές σ’ όλη τη γη,
ένα όνομα μονάχα γράφουν:
Ειρήνη.
Τίποτ’ άλλο. Ειρήνη.

Πάνω στις ράγες των στίχων μου
το τραίνο που προχωρεί στο μέλλον
φορτωμένο στάρι και τριαντάφυλλα,
είναι η ειρήνη.

Αδέρφια,
μες στην ειρήνη διάπλατα ανασαίνει όλος ο κόσμος
με όλα τα όνειρά μας
Δώστε τα χέρια αδέρφια μου,
αυτό ‘ναι η ειρήνη.

Στον Κώστα Βάρναλη 

ΑΘΗΝΑ, Γενάρης 1953
Από τη συλλογή Αγρύπνια (1941-1953)
[Γιάννης Ρίτσος, Ποιήματα 1930-1960, Β΄ τόμος, Εκδόσεις «Κέδρος», Αθηνα 1961, σ. 173-175]