Παρασκευή 23 Δεκεμβρίου 2016

Γ. ΝΤΑΛΑΡΑΣ: ΕΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΕΝΗ Φ.

Aκολουθεί ένα υπέροχο τραγούδι ....



ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΣΤΗΝ ΗΡΩΙΚΗ ΔΑΣΚΑΛΑ ΕΛΕΝΗ ΦΩΚΑ, ΠΟΥ ΕΠΕΜΕΙΝΕ ΝΑ ΠΑΡΑΜΕΙΝΕΙ ΣΤΑ ΚΑΤΕΧΟΜΕΝΑ ΚΑΙ ΝΑ ΔΙΔΑΣΚΕΙ ΤΑ ΕΚΕΙ ΕΓΚΛΩΒΙΣΜΕΝΑ ΕΛΛΗΝΟΠΟΥΛΑ.

ΣΤΙΧΟΙ :
ΧΑΡΗΣ ΚΑΙ ΠΑΝΟΣ ΚΑΤΣΙΜΙΧΑΣ, 

ΜΟΥΣΙΚΗ: ΓΚΟΡΑΝ ΜΠΡΕΓΚΟΒΙΤΣ.

ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΔΑΦΝΗΣ- Ο ΞΕΝΟΣ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ -

Αποτέλεσμα εικόνας για χριστούγεννα εικόνες

Με τα παιδιάτικα μάτια μου έβλεπα, πίσω απ’ το τζάμι, τη σημαία του Παλαμηδιού, του κάστρου τ’ Αναπλιού, ψηλά, και το σκοπό τυλιγμένο στο μανδύα του να πηγαινοέρχεται στην τάπια*, με το τουφέκι στον ώμο. Στο φόντο του ουρανού, η σιλουέτα του γραφόταν τεράστια, επιβλητική. Κάμποσες οργιές πιο κάτω, σάλευαν χαμόκλαδα κι οι φραγκοσυκιές πρασίνιζαν κρεμασμένες στο βάραθρο, πάνω από τη βενετσιάνικη σκάλα – 999 σκαλοπάτια.

Εκείνη η μέρα, η γκρίζα, η βουβή, ήταν τα Χριστούγεννα.

Τα καρτερούσαμε με τόσον πόθο, μικροί και μεγάλοι. Εμείς για να λευτερωθούμε από τα θρανία του σκολειού, κι εκείνοι από τη μονοτονία της δουλειάς, να γιορτάσουμε στη λιακάδα, στο ξέφωτο, που κάποιες φορές γιομίζει θάματα τον κάμπο μας με μυρουδιές από άγρια ζαμπάκια* και με τις πορτοκαλιές φορτωμένες μικρούς ήλιους. Μα να, που ο χειμώνας μας έκλεισε μέσα και περιόρισε σε σπιτιάτικο το γιορτάσι.

Ήταν ευτυχισμένα τα χρόνια εκείνα, τα ειρηνικά. Τα σπίτια μας «πλήρη πάσης αγαθότητος» ευώδιαζαν από τα φρεσκοψημένα χριστόψωμα, αντηχούσαν από κάλαντα και μουσικά όργανα, θυμούμαι πως το μεσημέρι καθίσαμε στο τραπέζι πιο πολλοί από δώδεκα νομάτοι… Μα για να καθίσουμε, έπρεπε να περιμένουμε τον παππού, που θα ‘ρχόταν από τ’ ‘Αργος. Κι ο παππούς άργησε κομμάτι, κι ήρθε, χτυπημένες οι δώδεκα, γιατί το τρένο είχε καθυστέρηση.

Ήρθε ο παππούς και μ’ όλα του τα γεράματα ανέβηκε σαν πουλί την ξυλένια σκάλα, κι η βράκα του η μεταξωτή έτριζε, φρου φρου, ανεβαίνοντας. Στο άνοιγμα της πόρτας, η λεβέντικη κορμοστασιά του μας φανερώθηκε σαν άγγελος Παρουσίας, πατριαρχική. Στραβά το κόκκινο φέσι με τη γαλάζια φούντα ανάριχτη στον ώμο, φρεσκοξυρισμένος, πασίχαρος.

– Γεια χαρά σας!

– Καλώς τον παππού! Χρόνια πολλά!

– Καλά και τιμημένα!

– Αμήν, παππού!



το χριστουγεννιάτικο δέντρο – Albert Chevallier Tayler – 1911

Καθίσαμε στο τραπέζι. Στην κορφή ο παππούς. Βγάζοντας το φέσι του, το ‘ριξε στο «μεντέρι»*, έπειτα σήκωσε τις παλάμες και χάιδεψε τ’ άσπρα του μαλλιά, που φούντωναν γύρω στο κεφάλι σαν αγιοστέφανο. Πήρανε γύρω θέσεις οι μπαρμπάδες, οι θειάδες, τα πρωτοξαδέλφια, ολάκερο το σόι. Η ξαδελφούλα η Αγγελικούλα η ωραιοκάμωτη, βοηθούσε τη μητέρα στο συγύρισμα του τραπεζιού.

Σαν δώρο βασιλικό, πάνω σε ασπίδα γυαλιστερή, πρόβαλλε ο ψητός διάνος, παραγεμισμένος με κάστανα και κουκουνάρια και μπαχαρικά. Ένα μεγάλο χριστόψωμο κόπηκε φέτες. Η μυρουδιά των ψητών κεντούσε τα ρουθούνια Στο παλιό τζάκι τρίζανε τα ξύλα… Ο παππούς σήκωσε το χέρι και σταυροκοπήθηκε και τόνε μιμηθήκαμε όλοι.

Οι άνθρωποι στις επαρχίες τρώνε. Δηλαδή το κάνουν δουλειά το φαγοπότι, κι ένα χριστουγεννιάτικο τραπέζι γίνεται σωστή τελετουργία. Για τούτο δεν πρέπει να φανεί παράξενο, πως το βασίλεμα του ήλιου βρήκε τους περισσότερους μας στο τραπέζι ακόμη, φορτωμένο με πορτοκαλόφλουδες και τσόφλια καρυδιών και ποτήρια, που όσο ν’ αδειάσουν, γιόμιζαν κοκκινέλι της Περαχώρας και γλυκόπιοτο Αγιωργίτικο…

Ωστόσο ο καιρός χειροτέρευε. Τα τζάμια της τραπεζαρίας νοτισμένα, δείχνανε πως όξω το κρύο έσφιγγε. Σε μια στιγμή η ψυχοκόρη μας η Βαγιώ, μπαίνοντας με τη μπουκάλα γιομάτη είπε:

– Χιονίζει όξω… Απόψε θα το στρώσει!

– Η φωτιά μας κοντεύει να σβήσει! είπε η μητέρα. Βαγιώ, πήγαινε στο κατώι να φέρεις ξύλα.

Το κατώι ήταν κοντά στη σκάλα, υπόγειο τούρκικου σπιτιού, όπου σωριάζαμε τις σοδειές της χρονιάς, γιομάτο πιθάρια, σκάφες, ξύλα και κάρβουνα. Η Βαγιώ άναψε το λυχνάρι και κατέβηκε. Μα σε λίγο ξαναήρθε, χωρίς ξύλα, αλαφιασμένη και χλωμή. Το σβησμένο λυχνάρι έτρεμε στα χέρια της.

– Μπα! τι έχεις, Βαγιώ; Τι τρέχει;

– Κυρά! Κάποιος είναι… κάποιος… τσέβδιζε η χωριατοπούλα.

– Μίλα καλά! Τι λες;

– Κάποιος είναι, λέω κυρά… κάτου από τη σκάλα… κουβαριασμένος… Και φοβάμαι, η έρμη…

– Δημήτρη Άντε να ιδείς πρόσταξε ο παππούς έναν από τους θείους μου.

Ο Δημήτρης σηκώθηκε και γρήγορα ακούστηκαν οι μπότες του να τρίζουν, κατεβαίνοντας τη σκάλα.

– Κανέναν καλικάντζαρο θα ’δε η Βαγιώ! γέλασε ο δεύτερος θειος μου ο Θανάσης, χαράζοντας κάστανα και χώνοντας τα στη θράκα.

Μα σε λίγο ακούστηκαν πάλι περπατησιές στη σκάλα και ομιλίες. Η πόρτα άνοιξε και φανερώθηκε πάλι ο Δημήτρης, μα όχι μόνος. Ένας άλλος άνθρωπος άγνωστος ήταν μαζί του, που θα ‘λεγε κανείς πως ο θειος μου τον έφερνε με το στανιό.

-Έμπα μέσα! του ‘λεγε. Μην ντρέπεσαι! Χρονιάρα μέρα σήμερα… Έμπα να ζεσταθείς! Μα κείνος φαινότανε πως κομπιάζει, ώσπου ο θείος μου τον έσπρωξε αλαφρά από τον ώμο και ο ξένος βρέθηκε στην τραπεζαρία.

– Τι είναι τούτος; ρώτησε ο παππούς.

– Δεν τόνε βλέπετε; Ζητιάνος, ο φουκαράς! Καθότανε μαζεμένος κάτου από τη σκάλα και τρεμούλιαζε σαν ζαγάρι. Και κάνει ένα ξεροβόρι όξω. Μπρρρ…



Χριστουγεννιάτικη ώρα -Eastman Johnson – 1864

Κοιτάξαμε τον ξένο. Η κακομοιριά έβγαινε απ’ όλο του το κορμί θα ‘τανε πενηντάρης, λιγνός, κίτρινος, τα γένια του ψαρά κι αχτένιστα, μοιάζανε με αφάνα*. Ούτε κασκέτο φορούσε, ούτε παπούτσια. Ήτανε σκεπασμένος με κάτι κουρέλια, που αφήνανε γυμνά εδώ και κει τα μέλη του.

Μόλις βρέθηκε μέσα, γύρισε τα μάτια του γύρω φοβισμένα, σαν αγρίμι, και ύστερα κοίταξε και την πόρτα που την έκλεινε η κορμοστασιά του θειου μου, του Δημήτρη. Έκανε μια κίνηση, σα να ‘θελε να ξεφύγει, μα ο παππούς μου του χαμογέλασε καλόβολα και του είπε με τη γλυκιά φωνή του:

– Γιατί; Κάτσε κειδά, στο τζάκι, να ζεσταθείς, καψερέ…

Εκείνος, ακόμα δίσταζε. Ο Δημήτρης προχώρησε, και ακουμπώντας το χέρι του στον ώμο τον ησύχασε.

– Κάτσε, που σου λέμε. Κάτι θα βρεθεί δα και για σένα. Εδώ είμαστε όλοι χριστουγεννιάτικοι. Θαν το κάψουμε σήμερα…

Ήτανε στο κέφι ο θειος μου. Γιόμισε ένα ποτήρι κρασί ως τα χείλια, το ‘δωσε στον ξένο και του είπε:

-Πιε το, αδελφέ μου, να πάνε κάτου τα φαρμάκια! Γιοματάρι ξέρεις… Έλα, ρούφα το!

Ο άγνωστος πήρε το ποτήρι, και καθώς το χέρι του έτρεμε, χύθηκε λίγο κρασί στο χαλί. Κοίταξε χάμου.

– Να με συμπαθάτε… μουρμούρισε βραχνά.

-Δεν πειράζει δα… Χρόνια πολλά – γούρι είναι, του απάντησαν. Με μια ρουφηξιά άδειασε το ποτήρι του.

-Μπράβο σου! φώναξε ο Δημήτρης. Και τώρα, αδελφέ, κάτσε κει, να την τυλώσεις*…

Η φωτιά, θρεμμένη με νέα κούτσουρα, λαμπάδιαζε πρόσχαρα. Ο άνθρωπος, καθισμένος σταυροπόδι μπροστά στο τζάκι, κρατούσε ανάμεσα στα γόνατα του το πιάτο με το κρέας, που του είχε φέρει η Βαγιώ και μασούλιζε λαίμαργα, κοιτάζοντας πότε πότε, κλεφτά τους άλλους γύρω. Σε κάποια στιγμή, η μητέρα μου τόνε ρώτησε:

-Από πού είσαι, μπάρμπα; Ο άνθρωπος δε μίλησε αμέσως. Σταμάτησε το μάσημα και σήκωσε το πρόσωπο, κοιτάζοντάς τηνε.

– Ντόπιος; ξαναρώτησε η μητέρα μου. Με φωνή βαθιά, σα φερμένη από μάκρος, από καμιά σπηλιά, μουρμούρισε:

-Όχι… ξωμερίτης* είμαι…

-Και δεν έχεις φαμελιά; Δεν έχεις σπίτι;

– ‘Ε, Ανθή, φτάνει, πρόσταξε ο παππούς. Ας δίνουμε του φτωχού, κι ας μη ρωτάμε.

Είχαν επισημότητα τα λόγια κείνα του παππού, που καθισμένος στην πολυθρόνα του, φάνταζε μεγαλόπρεπος σαν ο Δίας ο Ξένιος. «Ας μη ρωτάμε…». Βράδιαζε πια.

Η Βαγιώ άναψε την κρεμαστή λάμπα κι έφερε τους καφέδες. Ο ξένος πάστρευε το πιάτο του.

Άξαφνα μέσα στη βραδινή σιγαλιά, ακούστηκε μια τουφεκιά, κι αμέσως δεύτερη και τρίτη και τέταρτη, η μια πάνω στην άλλη. Μαζί ακούστηκαν φωνές φερμένες από πέρα, άλλες από το κάστρο, το Παλαμήδι, φωνές ταραγμένες. Οι άντρες μας πετάχτηκαν όρθιοι, οι γυναίκες τρομαγμένες.

– Κάτι γίνεται στο Παλαμήδι! είπε ο παππούς, ο πολύξερος. Άντρες και γυναίκες βγήκανε στο μπαλκόνι, χωρίς πια να λογαριάζουνε το κρύο. Στη δυτική τάπια του Παλαμηδιού, που είναι κατά την πόλη στραμμένη, φώτα σαλεύανε βιαστικά. Πέσανε, ακόμη τρεις τουφεκιές. Και ύστερ’ από δυο στιγμές, ένα ξαφνικό σάλπισμα ξέσκισε τον παγωμένο αέρα, τρεμόσυρτο, σερτό μες στο σκοτάδι.

Οι καμάρες του Ίτς Καλέ*, αντιλάλησαν τη λαχτάρα του χαλκού. Ένας ξάδελφός μου, ο Κοσμάς, που είχε κάνει και λοχίας στα ιππικά, εξήγησε:

-Ά, το ξέρω ‘γω το σάλπισμα τούτο. Κατάδικος το ‘σκασε από κει πάνω! Μπήκαμε όλοι στην τραπεζαρία. Δε μιλούσε κανένας. Η σιωπή βάραινε απάνω στα πράγματα, και οι ματιές των αντρών σ’ ένα κορμί, διπλωμένο μπροστά στο τζάκι… Μια δυνατή πνοή ανέμου άνοιξε τη μπαλκονόπορτα κι έσβησε τη λάμπα.

Ά!… Έκαναν ξαφνιασμένες οι γυναίκες. Το αντιλάρισμα* της φωτιάς έπεφτε κοκκινωπό πάνω στον χριστουγεννιάτικο ξένο μας, τον άγνωστο, και φώτιζε τη στεγνή του όψη, τα γκρίζα γένια του… Τώρα και των γυναικών οι ματιές βάραιναν απάνω του. Σαν να κατάλαβε την αγωνία μας, ο άνθρωπος σηκώθηκε απότομα και, χωρίς να μας καληνυχτίσει, χωρίς να βγάλει άχνα, προχώρησε γρήγορα στην πόρτα, κολλητά στον τοίχο και χάθηκε σαν φάντασμα. Δεν ακούστηκε ούτε η περπατησιά του στη σκάλα…

τάπια: προμαχώνας. ζαμπάκι: το φυτό νάρκισσος.

μεντέρι: είδος χαμηλού καναπέ.

αφάνα: είδος θάμνου αγκαθωτού. να την τυλώσεις: να γεμίσεις την κοιλιά σου, να χορτάσεις.

ξωμερίτης: αυτός που κατάγεται από άλλο μέρος· όχι ντόπιος.

Ίτς Καλέ: μέρος του φρουρίου.

αντιλάρισμα:
τρεμοφέγγισμα





Ο Στέφανος Δάφνης (Άργος, 1882 – Αθήνα, 14 Ιουλίου 1947) ήταν Έλληνας ποιητής, θεατρικός συγγραφέας και δημοσιογράφος. Το πραγματικό του ονοματεπώνυμο ήταν Θρασύβουλος Ζωιόπουλος.

Το διάβασα στο Αντικλείδι , http://antikleidi.com

Παρασκευή 16 Δεκεμβρίου 2016

"Η ΟΜΟΡΦΗ ΙΣΛΑΝΔΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ... ΤΗΝ ΠΑΡΑΜΟΝΗ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ"

Αποτέλεσμα εικόνας για ΒΙΒΛΊΟ

Οι λάτρεις του βιβλίου σίγουρα θα ήθελαν να υιοθετήσουν αυτό το υπέροχο χριστουγεννιάτικο έθιμο από την Ισλανδία, που οποία συνδυάζει λογοτεχνία και διακοπές, δύο σε ένα!


Οι Ισλανδοί λοιπόν, την παραμονή των Χριστουγέννων δωρίζουν ο ένας στον άλλο βιβλία και στη συνέχεια περνάνε τη νύχτα διαβάζοντας. Το έθιμο αυτό τόσο βαθιά ριζωμένο στην κουλτούρα τους , που κάθε χρόνο τέτοια εποχή, τα σπίτια πλημμυρίζουν βιβλία. Δεν είναι τυχαίο εξάλλου που η πλειοψηφία των βιβλίων στην Ισλανδία πωλείται μεταξύ Σεπτεμβρίου – Δεκεμβρίου στο πλαίσιο της προετοιμασίας για τα Χριστούγεννα.



Σ αυτή την εποχή του χρόνου, τα περισσότερα νοικοκυριά θα λάβουν τον ετήσιο δωρεάν κατάλογο βιβλίων των καινούριων εκδόσεων που ονομάζεται Bokatidindi, έτσι ώστε να επιλέξουν ποια απ αυτά θέλουν να αγοράσουν, τροφοδοτώντας τη “ραχοκοκαλιά της εκδοτικής βιομηχανίας.”

“Είναι σαν την εκπυρσοκρότηση του όπλου για την έναρξη του αγώνα», λέει ο Baldur Bjarnason , ένας ερευνητής ο οποίος έχει γράψει για τη βιομηχανία του ισλανδικού βιβλίου. “Δεν είναι απλά ένας τυχαίος κατάλογος που μοιράζεται στα γραμματοκιβώτια κι όλοι θα τον αγνοήσουν. Τα βιβλία έχουν εξέχουσα σημασία εδώ.”

Το μικρό αυτό νησί, με πληθυσμό μόλις 329.000 άτομα, έχει μία εξαιρετική λογοτεχνική αύρα. Αγαπούν να διαβάζουν και να γράφουν.

Σύμφωνα με ένα άρθρο του BBC , «Η χώρα έχει τους περισσότερους συγγραφείς, τα περισσότερα βιβλία που έχουν εκδοθεί και διαβάζονται, κατά κεφαλήν, περισσότερα βιβλία απ΄ οπουδήποτε αλλού στον κόσμο … Μάλιστα ένας στους 10 Ισλανδοί θα δημοσιεύσει κάποια στιγμή στη ζωή του ένα βιβλίο

Ένα ακόμα ιδιαίτερο γνώρισμα της σχέσης των Ισλανδών με το βιβλίο, είναι η αξία που αποδίδεται στο χαρτί, αφού τα e – books δεν είναι και τόσο δημοφιλή όσο στις υπόλοιπες δυτικές χώρες. Ένας ιδιοκτήτης βιβλιοπωλείου υπογραμμίζει ότι το έντυπο βιβλίο είναι ένα τεράστιο δώρο για τη χώρα.

Ακούγεται σαν θαυμάσια παράδοση, ιδανική για ένα χειμωνιάτικο βράδυ . Είναι κάτι που σίγουρα θα ευχόμασταν να το ενσωματώσουμε και στην δική μας Χριστουγεννιάτικη παράδοση, γιατί όπως και να χει ο συνδυασμός των γιορτών με ένα καλό βιβλίο είναι σίγουρα μία πολύ ελκυστική πρόταση για αυτούς που το αγαπάνε πολύ.

Το διάβασα στο Αντικλείδι , http://antikleidi.com

"ΕΣΥ ΤΙ ΘΑ ΚΑΝΕΙΣ ΜΕ ΤΑ ΕΦΟΔΙΑ ΠΟΥ ΣΟΥ ΔΟΘΗΚΑΝ;"

Αποτέλεσμα εικόνας για σχεσεις γονεων με παιδια

Εσύ τι θα κάνεις με τα εφόδια που σου δόθηκαν;
Μαθήματα ζωής για μας και τα παιδιά μας
Θα τα χρησιμοποιήσεις ως αλυσίδες ή θα τα μεταμορφώσεις σε φτερά;
Το βαρύτερο φορτίο για ένα παιδί είναι η ζωή που δεν έζησαν οι γονείς του

Χαρά Βλαχοδήμου


Ξέρεις τι είναι να είσαι παιδί και να προορίζεσαι για μια ζωή που δεν έχεις επιλέξει; 
Να γεννιέσαι και να έχουν αποφασιστεί όλα για σένα από πριν;
Είσαι ακόμα στην κοιλιά της μαμάς σου, σε αυτό το απίστευτα ασφαλές μέρος και όλοι μιλάνε γύρω από το όνομα σου, δίχως να έχεις ακόμα όνομα.
Θα είσαι το άψογο παιδί, ο τέλειος επαγγελματίας, ο υπέροχος άνθρωπος, θα είσαι ο ιδανικός υποψήφιος.
Θα κάνεις πράγματα που δεν ξέρεις ακόμα αν σου αρέσουν.
Θα επιβεβαιώσεις κάθε προσδοκία των γονέων σου.
Και όλα αυτά γιατί;
Μα, φυσικά γιατί αυτοί ξέρουν με ποιο τρόπο θα γίνεις εσύ ευτυχισμένος.


Οι γονείς, δύο άνθρωποι που σκέφτονται για εσένα πριν από εσένα. Προγραμματίζουν τις ζωές τους με βάση το δικό σου πρόγραμμα, σε αγαπούν ό,τι και αν γίνει, είναι εκεί για να αντέξουν τα σκοτάδια σου και να χαρούν πριν από εσένα για τις επιτυχίες σου.
Είναι οι άνθρωποι που σε έφεραν σε αυτό τον κόσμο. Σου χάρισαν την πνοή και τη δυνατότητα να ζήσεις. Μέχρι εκεί.
Οι γονείς μας είναι κοινοί θνητοί, ας μη μπερδευόμαστε. Είναι άνθρωποι με τις δικές τους ιστορίες, τους δικούς τους φόβους, ανασφάλειες, όνειρα και πάθη. Πριν από εμάς, είχαν την δική τους προσωπική ζωή.
Είναι σύντροφοι, εραστές, επαγγελματίες, φίλοι και όλα όσα είμαστε και εμείς.
Το ότι γίνονται γονείς δεν σημαίνει πως διαγράφονται από τη λίστα όλων όσων έχουν το δικαίωμα να κάνουν λάθη. Άλλωστε και αυτοί από μόνοι τους είναι παιδιά κάποιων άλλων, έχουν μεγαλώσει με τα πρότυπα άλλων ανθρώπων. Και εκεί κάπου μπλεκόμαστε όλοι.
Το βαρύτερο φορτίο για ένα παιδί, είναι η ζωή που δεν έζησαν οι γονείς του.Μαμάδες που δεν έγιναν οι μπαλαρίνες που θα ήθελαν, μπαμπάδες που συμβιβάστηκαν και δε κυνήγησαν το δικό τους όνειρο, άνθρωποι που είτε βολεύτηκαν σε ετοιμοπαράδοτες πραγματικότητες, ή φυλακίστηκαν δίχως να το καταλάβουν.
Στον βωμό του «καλού» του παιδιού, του «εγώ ξέρω καλύτερα», του «μα είναι δυνατόν η μαμά να θέλει το κακό σου;», έγιναν τα μεγαλύτερα εγκλήματα.
Γιατί οι σημερινοί γονείς κάνουν τα πάντα για το παιδί τους εκτός από το να το αφήσουν ελεύθερο να επιλέξει αυτό που θέλει να γίνει.
Ό,τι τους έλειψε, προσπαθούν να το δουν μέσα από τα δικά σου μάτια. Αυτό που δεν κατάφεραν να φέρουν κοντά, οι παραλίγο ευτυχίες τους, γίνονται τώρα ο δικός σου αυτοσκοπός. Και εσύ παίζεις το ρόλο του πρωταγωνιστή, στο έργο που είναι φτιαγμένο για κάποιον άλλο.
Απόψεις για τον έρωτα, πολιτικές, θρησκευτικές πεποιθήσεις, καταπιεσμένες ανάγκες που σφαγιάστηκαν στα πρέπει των δικών τους γονέων, τώρα φορτώνονται στις δικές σου πλάτες. Και εσύ σαν άλογο σε κούρσα, τρέχεις να φτάσεις στο τέρμα για να ευτυχήσουν, να ευτυχήσεις. Ναι, να ευτυχήσεις, μάλλον δηλαδή, από ό,τι σου έχουν πει.
Και φτάνεις εκεί, έχεις ζήσει όλα όσα ήθελαν να ζήσουν οι ίδιοι, γιατί θέλησες να τους κάνεις περήφανους, να τους επιβεβαιώσεις, να ακούσεις το μπράβο τους, να δεις το χαμόγελο στα πρόσωπα τους.
Αφού τα έκανες όλα για την ευτυχία σου γιατί καταλήγεις εσύ, ο δυστυχισμένος; Γιατί, δε σε γεμίζει τίποτα από αυτά που γράφτηκαν για εσένα. Εσύ είσαι ο συγγραφέας του δικού σου βιβλίου και μέχρι να κρατήσεις την πένα στα χέρια σου, οι σελίδες θα μένουν άγραφα χαρτιά. Άδειες μέρες που αδημονούν να γεμίσουν με όσα ΕΣΥ αγαπάς.

Το καλό σου κρύβεται κάπου εκεί, ανάμεσα σε όσα αγαπάς και όσα σε αγαπούν γι’ αυτό που πραγματικά είσαι και όχι γι’ αυτό που θέλει ο καθένας να γίνεις.
Ο κάθε άνθρωπος οφείλει να ζει αυτό που θέλει να ζήσει και να αφήνει το παιδί του να επιλέγει, να μάθει να επιλέγει για το δικό του καλό. Άλλωστε πώς μπορεί ο γονέας να ξέρει ότι αυτό θα είναι καλό για σένα, από τη στιγμή που αυτός δε το έκανε ποτέ; Και πώς μπορεί να ξέρει πως εσύ θα είσαι ευτυχισμένος, με όσα κάνουν αυτόν ευτυχισμένο;
Όσο μεγαλώνει ο άνθρωπος, νιώθει την σιγουριά πως αυτός ξέρει καλύτερα. Αποκτάει την τάση να απαντάει με απόλυτο τρόπο στο καθετί. Αντιθέτως, θα έπρεπε όσο μεγαλώνουμε να ρωτάμε περισσότερο και να απαντούμε λιγότερο. Οι γονείς να ρωτάνε τα παιδιά και τα παιδιά να εμπνέονται από τις ερωτήσεις.
Να βρίσκουν τροφή για σκέψη στα χέρια των γονιών τους και όχι στρωμένους δρόμους που τελικώς, οδηγούν σε αδιέξοδα.
Να θυμάσαι, λοιπόν, πως οι γονείς σου έδωσαν ακριβώς αυτά που είχαν να σου δώσουν. Το σημαντικό είναι τι θα κάνεις εσύ με αυτά που σου δόθηκαν έως εφόδια. Θα τα χρησιμοποιήσεις ως αλυσίδες ή θα τα μεταμορφώσεις σε φτερά;

Το διάβασα στο www.hamomilaki.gr

Τετάρτη 14 Δεκεμβρίου 2016

"ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΑΚΙ ΠΟΥ ΗΘΕΛΕ ΝΑ ΑΓΓΙΞΕΙ ΕΝΑ ΑΣΤΕΡΑΚΙ" -ΕΥΓΕΝΙΟΣ ΤΡΙΒΙΖΑΣ-

Ευγένιος Τριβιζάς: το ποντικάκι που ήθελε να αγγίξει ένα αστεράκι (video)

Όταν τα όνειρα μπορούν να γίνουν πραγματικότητα με έναν διαφορετικό τρόπο!
Μια ακόμα εξαιρετική ιστορία του Ευγένιου Τριβιζά σε ένα υπέροχο βίντεο, με απολαυστική μουσική, δοσμένη με φαντασία και τρυφερότητα.



Το είδα στο www.thessalonikiartandculture.gr

"ΕΜΜΟΝΗ ΜΕ ΤΟ ΣΩΜΑ"

Εμμονή με το σώμα

Η επιθυμία για ένα τέλειο σώμα μπορεί να γίνει ένας πραγματικός εθισμός.

Παρά το γεγονός ότι οι διατροφικές διαταραχές ή εμμονές όπως η ανορεξία και η βουλιμία απαντώνται όλο και πιο συχνά, υπάρχουν και άλλες διαταραχές με ολοένα και αυξανόμενη παρουσία.
Μια τέτοια διαταραχή είναι η ορθορεξία. Τα άτομα που εμφανίζουν αυτήν την διαταραχή θέλουν τα τρόφιμα που καταναλώνουν να είναι καθαρά από κάθε άποψη και αποφεύγουν όλα τα τρόφιμα που μπορεί να περιέχουν χημικά που θα τα καταστήσουν τοξικά. Οι τροφές τους δεν θέλουν να περιέχουν οτιδήποτε θεωρούν ακάθαρτο, όπως τα φυτοφάρμακα, τα γενετικά τροποποιημένα τρόφιμα,τα τρόφιμα που περιέχουν πρόσθετα, τα επεξεργασμένα τρόφιμα ακόμη και τα κατεψυγμένα τρόφιμα. Οι καταναλωτές με αυτήν την διαταραχή γίνονται οπαδοί της βιολογικής καλλιέργειας και της κατανάλωσης βιολογικών προϊόντων αλλά και προβιοτικών. Το πρόβλημα αρχίζει όταν αυτά τα άτομα φτάνουν να έχουν σαν κέντρο της ζωής τους τα τρόφιμα και το να διατηρήσουν την τροφή τους καθαρή. Αρνούνται να γευματίσουν σε ένα εστιατόριο, δεν τρώνε τίποτα που δεν είναι ελεγμένο και πιστοποιημένο, δεν πίνουν νερό από το δίκτυο ύδρευσης και όλη τους η καθημερινότητα έχει να κάνει με την ανεύρεση της πιο καθαρής τροφής.

Μια άλλη εθιστική συμπεριφορά που σχετίζεται με τα τρόφιμα είναι «η δίαιτα» ή καλύτερα η εμμονή με τη δίαιτα. Σήμερα ο έλεγχος του βάρους αποτελεί προτεραιότητα, ιδίως μεταξύ των γυναικών. Σχεδόν το 50% των ανθρώπων κάνει μια διατροφή όταν το καλοκαίρι έρχεται και οι περισσότεροι εξ αυτών χωρίς καμία ιατρική παρακολούθηση. Όπως και στην ορθορεξία, η εμμονή με την δίαιτα επηρεάζει περισσότερο τις νέες γυναίκες, που ανησυχούν για το βάρος τους, με αποτέλεσμα να κάνουν τη μια δίαιτα μετά την άλλη. Συχνά αυτές οι δίαιτες είναι εκκεντρικές και ακραίες χωρίς καμία επιστημονική εγκυρότητα και με προσωρινά αποτελέσματα. Πολλές από αυτές τις δίαιτες μπορούν να δημιουργήσουν προβλήματα στον οργανισμό γιαυτό αν θέλετε να ξεκινήσετε μια δίαιτα θα ήταν καλό να επισκεφτείτε κάποιον διαιτολόγο.

Οι γυναίκες θέλουν να είναι λεπτές και οι άνδρες θέλουν να φαίνονται γυμνασμένοι αλλά και μυώδης. Η φιλοδοξία αυτή μπορεί να γίνει μία από τις βασικές αξίες της ζωής τους και να τους δημιουργηθεί εμμονή να έχουν και να διατηρήσουν ένα τέλειο σώμα. Συχνά τα άτομα αυτά υποφέρουν από χαμηλή αυτοεκτίμηση και έχουν παραμορφωμένη εικόνα για το σώμα τους. Καταφεύγουν σε σκληρή και επίπονη γυμναστική, σε σκευάσματα αμφιβόλου αποτελέσματος, συμπληρώματα διατροφής ακόμη και σε αναβολικά. Δεν είναι λίγες οι φορές που άτομα λόγω αυτών των σκευασμάτων οδηγήθηκαν στο νοσοκομείο.

Το να φροντίζουμε το σώμα μας όπως φροντίζουμε το μυαλό μας, την ψυχή μας, την σχέση μας, τα άτομα που αγαπάμε είναι κάτι το όμορφο. Η φροντίδα του σώματός μας είναι αναγκαία και το να τρεφόμαστε σωστά και να αθλούμαστε θα μας οδηγήσει σε μια καλή υγεία και σε μια όμορφη ζωή. Πρωταρχικός σκοπός μας θα πρέπει να είναι η υγεία του σώματος μας και έπειτα η ομορφιά του. Καλό λοιπόν θα ήταν, όπως και σε άλλα πράγματα στην ζωή μας, να έχουμε ένα μέτρο και να μην οδηγούμαστε στην υπερβολή.

Mens sana in corpore sano. μτφρ.: Νους υγιής εν σώματι υγιεί.
Γιουβενάλης


Βιβλιογραφία: Ψυχολογία της Διατροφής, Καλλιόπη Εμμανουηλίδου, Εκ. Μεταίχμιο
Πηγή: tokleidi.com

Το διάβασα στο www.thessalonikiartandculture.gr